Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Ιερού Ναού της Αναστάσεως




Το προσκύνημα των προσκυνημάτων! Ο πιο ευλογημένος τόπος επάνω στην υδρόγειο και πραγματικά το κέντρο της γης. Διότι εντός αυτού του τεραστίων διαστάσεων Ναού βρίσκεται ο Πανάγιος και ζωοδόχος Τάφος του Κυρίου μας, η «πηγή της ημών αναστάσεως». Επίσης εμπερικλείονται ενός του ο Φρικτός Γολγοθάς, ο τόπος της Αποκαθηλώσεως, το σημείο της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού και πλήθος άλλων προσκυνημάτων και παρεκκλησίων. Εδώ λαμβάνουν χώρα οι λαμπρές ακολουθίες με αποκορύφωμα την θαυματουργική αφή του Αγίου Φωτός.

Η πρώτη στάση των Χαιρετισμών στο Χωριό των Ποιμένων


Την Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012 τελέστηκε η ακολουθία της Α' στάσης των Χαιρετισμών στη Μονή των Ποιμένων. Προεξήρχε ο Σεβ. Μητροπολίτης Προικοννήσου κ.κ. Ιωσήφ, που συνόδευε την εκδρομή μας και όλοι εμείς βρεθήκαμε (υπό βροχή) εκεί στον ολόφωτο ναό, όπου ακούσαμε την ακολουθία στα Ελληνικά και τα Αραβικά.
Υπέροχες στιγμές...

Θεοβάδιστον όρος Σινά - Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης

Φωτογραφίες από τήν Ιερά Μονή Χοζεβά

Είναι οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι;

 



Είναι οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι; Οι θέσεις του Μ. Φωτίου
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ
Πρωτοπρεσβυτέρου Καθηγητού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Πρόλογος
Οι Αρμένιοι είναι ένας ευγενής και ηρωικός λαός που κατέβαλαν μεγάλο τίμημα αγώνων και θυσίας για να εξασφαλίσουν το δικαίωμα της ιστορικής τους υπάρξεως. Από της πλευράς αυτής οι Έλληνες τους αντιμετωπίζουμε με πολλή συμπάθεια, γιατί νοιώθουμε ότι είμαστε ομοιοπαθείς, ότι ιστορικά και ως προς άλλα στοιχεία και πλευρές της ζωής συγγενεύουμε, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού και αυτοί είναι Χριστιανοί.
Υπάρχει όμως και μία άλλη σημαντική πλευρά του ζητήματος που έχει σχέση με την εκκλησιαστική τους ταυτότητα, σύμφωνα με την οποία κατά παράδοση θεωρούμε τους Αρμενίους ως αιρετικούς Μονοφυσίτες. Αυτό στις ημέρες μας, όπου όλα σχετικοποιούνται και αμβλύνονται, και η παράδοση δεν παίζει αποφαστιστικό ρόλο, τείνει να σκεπασθεί, να ξεχασθεί και να αλλοιωθεί με άλλη θεώρηση, η οποία στα πλαίσια του χριστιανικού Οικουμενισμού μειώνει τις διαφορές μέχρις εξαφανίσεως και μεγαλοποιεί τις ομοιότητες μέχρι γιγαντισμού. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση οι Αρμένιοι είναι κατά πάντα Ορθόδοξοι, όπως και εμείς, και οι διαφορές που μας χωρίζουν είναι ασήμαντες και επουσιώδεις. Αυτό αποτελεί και βασική κατευθυντήρια γραμμή του διεξαγομένου Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Αντιχαλκηδονίων, στους οποίους ανήκουν οι Αρμένιοι.
Είναι όμως Ορθόδοξοι οι Αντιχαλκηδόνιοι; Απάντηση στο ερώτημα αυτό προσπαθήσαμε να δώσουμε σε μελέτημά μας που ήδη κυκλοφορεί σ' αυτήν εδώ τη σειρά "Καιρός" των μικρών τευχιδίων με θέμα : «Η "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών».
Στο παρόν τευχίδιο ασχολούμαστε ειδικώς με το αν οι Αρμένιοι είναι Ορθόδοξοι με βάση τη διδασκαλία του Μ. Φωτίου. Πρόκειται για εισήγηση που ανακοινώθηκε τον Νοέμβριο του 1994 στο καθιερωμένο ετήσιο Θεολογικό συνέδριο που οργανώνει η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, το οποίο το έτος αυτό είχε ως γενικό θέμα το πρόσωπο και το έργο του Μ. Φωτίου. Ο τίτλος της εισηγήσεως στο συνέδριο ήταν: «Ο Μ. Φώτιος και η ένωση των Αρμενίων με την Ορθόδοξη Εκκλησία».
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
1. Ίδρυση και οργάνωση της Εκκλησίας της Αρμενίας
Οι Αρμένιοι, κατά την παράδοσή τους, δέχθηκαν τον Χριστιανισμό από τους αποστόλους Θαδδαίο ή Λεβαίο και Βαρθολομαίο, οι οποίοι θεωρούνται ιδρυταί της Αρμενικής Εκκλησίας. Φαίνεται πράγματι ιστορικώς αληθές ότι ο Χριστιανισμός διεδόθη στην Αρμενία κατά τους αποστολικούς ήδη χρόνους, χωρίς να διακοπεί στη συνέχεια η παρουσία του εκεί, μολονότι η διάδοσή του περιορίσθηκε σε μικρό αριθμό κοινοτήτων, χωρίς εμφανή και γνωστή ιστορικά εκκλησιαστική οργάνωση.
Η περιορισμένη αυτή διάδοση του Χριστιανισμού στην Αρμενία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες δικαιολογεί την δράση κατά τον 3ο αιώνα του μεγάλου αγίου των Αρμενίων, του Αγίου Γρηγορίου, ο οποίος εργάσθηκε δραστήρια για τον εκχριστιανισμό των κατοίκων και την οργάνωση της Εκκλησίας με τη βοήθεια Ελλήνων κληρικών, οι οποίοι τον συνόδευσαν, μετά την χειροτονία του σε επίσκοπο από τον αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας Λεόντιο, το έτος 302. Στην Καισαρεία είχε καταφύγει ο Γρηγόριος νωρίτερα, όπου έλαβε ελληνική μόρφωση και έγινε Χριστιανός, διασωθείς μόνον αυτός εκ των μελών της οικογενείας του από τη σφαγή των Περσών, οι οποίοι κατέλαβαν την Αρμενία κατά το πρώτο μισό του τρίτου αιώνος και επέβαλαν δια της βίας τον Παρσισμό. Το ιεραποστολικό του έργο στην Αρμενία, όπου επέστρεψε, άρχισε ο Γρηγόριος το 261 μ.Χ., είχε δε τόση επιτυχία ώστε εκέρδισε στην χριστιανική πίστη τον ηγεμόνα της Αρμενίας Τιριδάτη Γ', ο οποίος κατέστησε το 301 τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Αρμενίας. Έγινε έτσι η Αρμενία το πρώτο χριστιανικό κράτος, και πήρε σ' αυτό τα πρωτεία από την μεγάλη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η οποία σε λίγα χρόνια κατά θεία ασφαλώς ρύθμιση και παρακίνηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου θα αναγνωρίσει τον διωκόμενο προηγουμένως Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία και θα γίνει το πρώτο και μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία οικουμενικό χριστιανικό κράτος.
Ο Γρηγόριος έγινε πάντως ο "Φωτιστής" των Αρμενίων, όπως έμεινε γνωστός στην εκκλησιαστική συνείδηση και στην ιστορική μνήμη, συνδέσας την Αρμενική Εκκλησία μέσω της Καισαρείας της Καππαδοκίας, από την οποίαν επί μακρόν εξηρτάτο, με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, η οποία απέκτησε κατά τα μέσα του 4ου αιώνος το εκκλησιαστικό της Κέντρο, την Κωνσταντινούπολη, τον ευκλεή της οποίας θρόνο εκόσμησε και υπερεκλέισε ο Μέγας εν σοφοίς και θεολόγοις και πατριάρχαις Φώτιος, το πρόσωπο και το έργο του οποίου προσπαθούμε να φωτίσουμε κατά το παρόν λαμπρό όντως συνέδριο. Η εντύπωση από την επιτυχία του έργου του αγίου Γρηγορίου του Φωτιστού στην Αρμενία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έκαμε τον Μ. Αθανάσιο να γράψει περί το 318 ότι φαίνεται ο θρίαμβος του Χριστού, από το ότι υπέταξε τους λαούς των απρόσιτων χωρών, όπως της Αρμενίας1.
Μέχρι της Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου (451), οι Αρμένιοι είναι μέλη της Μιας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Συμμετέχουν με εκπροσώπους των στις τρεις πρώτες οικουμενικές συνόδους, που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να τις αναγνωρίζουν ως οικουμενικές, και αναπτύσσουν την λατρεία, την θεολογία, τον Μοναχισμό, την διοίκηση κατά ενιαίο προς τις άλλες εκκλησιές τρόπο. Μετά την εκ νέου υποταγή της χώρας τους στους Πέρσες το 428 και την μετατροπή της σε περσική επαρχία ο μεγάλος πατριάρχης τους Σαχάκ (Ισαάκ) ο Μέγας (378-439) ενισχύει τις εσωτερικές αντιδράσεις στην ξενική κατοχή, τονώνοντας με εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις την αυτοσυνειδησία των Αρμενίων, ιδιαίτερα μάλιστα με την υποστήριξη του Μεσρώπ Μασδότζ στο να δημιουργήσει το αρμενικό αλφάβητο από 36 γράμματα και να θέσει έτσι τις βάσεις για την ανάπτυξη της Αρμενικής Φιλολογίας. Ο Μεσρώπ, ο δημιουργός της εθνικής γλώσσης των Αρμενίων στην οποία μετέφρασε την Αγία Γραφή και τους εκκλησιαστικούς Πατέρες, με βάση ελληνικά και συριακά πρωτότυπα, έγινε στη συνέχεια καθολικός (πατριάρχης) των Αρμενίων και πέθανε το 440, ένδεκα μόνον χρόνια πριν από την Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδο, η οποία αποτελεί το χωριστικό ορόσημο στις σχέσεις των Αρμενίων με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
2. Ο χωρισμός από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία
Απασχολημένοι οι Αρμένιοι σε πολεμικές συγκρούσεις εναντίον των Περσών ακόμη και κατά την διάρκεια των εργασιών της Δ' Οικουμενικής Συνόδου δεν έλαβαν μέρος στις θεολογικές διεργασίες επί του χριστολογικού ζητήματος ούτε, είχαν οι ίδιοι άμεση γνώση των θεολογικών τάσεων και προβληματισμών που οδήγησαν την Σύνοδο να καταδικάσει τον Μονοφυσιτισμό του Ευτυχούς και να επαναλάβει την καταδίκη του Νεστορίου.
Διεμόρφωσαν την γνώμη, παρασυρθέντες από Σύρους Μονοφυσίτες επισκόπους, ότι η Δ' Οικουμενική Σύνοδος με την καταδίκη του Μονοφυσιτισμού ολίσθησε στον χωριστικό δυοφυσιτισμό του Νεστορίου, που αποτελεί τον αντίποδα του Μονοφυσιτισμού, ενώ και από τον όρο ακόμη της Δ' Οικουμενικής Συνόδου προκύπτει ότι αυτή εβάδισε την μέση και βασιλική οδό, ανάμεσα στην διαιρετική Χριστολογία του Νεστορίου και την συγχυτική του Ευτυχούς, κατοχυρώσασα την ορθόδοξη ενωτική Χριστολογία της εν τω ενί προσώπω του Χριστού υποστατικής ενώσεως των δύο αυτού φύσεων ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως. Απομονώνουν και παρερμηνεύουν την γνωστή φράση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας «μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη» και πιστεύουν ότι η σύνοδος εγκατέλειψε την διδασκαλία του αγίου Κυρίλλου και παρασυρθείσα από την νεστοριανίζουσα διδασκαλία του αγίου Λέοντος, πάπα Ρώμης, ακύρωσε την Γ' Οικουμενική Σύνοδο και επανάφερε τον Νεστοριανισμό, τον οποίο σημειωτέον καταδικάζει η Σύνοδος μαζί με τον Ευτυχιανισμό.
Είναι πάντως γεγονός ότι ο Μονοφυσιτισμός και η απόρριψη της Δ' Οικουμενικής Συνόδου επεκράτηοαν στην Αρμενία, αφού κατοχυρωθήκαν και με αποφάσεις συνόδων Αρμενίων επισκόπων εις Βαγκαρσαπάτ το 491 και εις Δοβέν το 527 (ή το 535 κατ' άλλους), μολονότι υπήρξαν μεταξύ των Αρμενίων και υπέρμαχοι της συνόδου της Χαλκηδόνος, όπως ο Καθολικός Ιωάννης ο Mandakuni (478-490) και μετά από αυτόν άλλοι Καθολικοί, οι οποίοι, σε επανειλημμένες ενωτικές απόπειρες που έγιναν μέχρι την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, αναγνωρίσαν την Δ' Οικουμενική σύνοδο και απεκήρυξαν τον Μονοφυσιτισμό. Οι ενωτικές αυτές προσπάθειες, μολονότι δεν οδήγησαν τελικώς στην ένωση των Αρμενίων συνολικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία, συνετέλεσαν πάντως στο να ενταχθούν και να παραμείνουν εντός των κόλπων της Εκκλησίας σημαντικός αριθμός Αρμενίων. Στις ορθόδοξες π.χ. μονές της Παλαιστίνης από τον 6ο αιώνα, εγκαταβιούν πολλοί Αρμένιοι. ο μοναχός Νίκων ο Μαυρορείτης (11ος αιών) παραδίδει ότι
ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος επέτρεψε στους Αρμενίους μοναχούς «εν τη των Αρμενίων διαλέκτω ψάλλεσθαι την ακολουθίαν», εκτός από τον τρισάγιο ύμνο, που έπρεπε να ψάλλεται στα ελληνικά, για να αποφευχθεί η πιθανότης προσθήκης της θεοπασχιτικής φράσεως «ο σταυρωθείς δι' ημάς» του Πέτρου Γναφέως. Αρκετοί Αρμένιοι που ζούσαν σε ελληνικά κέντρα δεν ακολούθησαν τον Μονοφυσιτισμό, αλλά έμειναν Ορθόδοξοι ενώ άλλοι επανήλθαν στην Ορθοδοξία όπως ήδη ελέχθη. Όλοι αυτοί ονομάσθηκαν Ελληνοαρμένιοι (Χαϊχουρούμ). Από τους Αρμενίους αυτούς Ορθοδόξους προέρχονται οι αρμενικής καταγωγής αυτοκράτορες, αυτοκράτειρες, στρατηγοί και άλλοι αξιωματούχοι του Βυζαντίου, ως και πολλοί άγιοι της Εκκλησίας. Αρμένιοι ιστορικοί θεωρούν ότι οι επιζήσαντες μέχρι και των σφαγών του 1915 Χαϊχουρούμ (Αρμενορωμαίοι) είναι Αρμένιοι Χαλκηδονίτες, Αρμένιοι δηλαδή ως προς την καταγωγή και Ρωμαίοι, Ρωμηοί, ως προς την πίστη, ενώ από Έλληνες ιστορικούς διατυπώνεται η άποψη ότι είναι απλώς αρμενόγλωσσοι Έλληνες, ελληνικής δηλαδή καταγωγής Ορθόδοξοι, που μόνον γλωσσικά συνδέονται με τους Αρμενίους, απομεινάρια στρατιωτών του Ξενοφώντος και του Μεγάλου Αλεξάνδρου2.
3. Σταθερή η αντιμετώπιση των Αρμενίων ως αιρετικών

Οι μη Χαλκηδόνιοι Αρμένιοι, οι απορρίπτοντες δηλαδή την Δ' Οικουμενική Σύνοδο, και μαζί μ' αυτήν και όλες τις επόμενες οικουμενικές συνόδους, αυτονόητα και σταθερά σε όλες τις ιστορικές περιόδους, μετά την απόσχισή τους, εντάσσονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στους Μονοφυσίτες και χαρακτηρίζονται ως αιρετικοί. Την ίδια αντιμετώπισή τους, όπως θα δούμε, βρίσκει κανείς και στον Μέγα Φώτιο, ο οποίος μάλιστα κατόρθωσε να επαναφέρει μεγάλη μερίδα Αρμενίων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι ίδιοι οι Αρμένιοι αναγνωρίζουν τον Μονοφυσιτισμό τους, αντιπαραθέτοντάς τον προς τον Ορθόδοξο Δυοφυσιτισμό, τον οποίο θεωρούν αιρετικό, γιατί τον ταυτίζουν με τον χωριστικό Δυοφυσιτισμό του Νεστορίου3 . Για την σταθερή αντιμετώπιση των Αρμενίων ως αιρετικών ενδεικτικώς μόνον αναφέρουμε τα εξής. Στις κανονικές αποκρίσεις του Ιωάννου, επισκόπου Κίτρους, προς τον αρχιεπίσκοπο Δυρραχίου Κωνσταντίνο Καβάσιλα, ο οποίος περί το τέλος του 12ου αιώνος, ρώτησε «ει έξεστι τοις Αρμενίοις εν αις πόλεσιν οικούσι, κατά πάσαν άδειαν κτίζειν Εκκλησίας, και είτε χρη κωλύεσθαι ή εάν αυτούς ποιείν ως βούλονται», περιλαμβάνεται απάντηση, η οποία από τη μία πλευρά φανερώνει το υπερφυλετικό οικουμενικό πνεύμα του Βυζαντίου, από την άλλη όμως δείχνει και την σωτηριολογική, από γνήσια χριστιανική αγάπη προερχόμενη, στάση της αποφυγής αναμείξεως Ορθοδόξων και αιρετικών, ώστε, όπως γράφει το κείμενον, «τω εστενωμένω και αφωρισμένω της τούτων οικήσεως λαμβάνωσιν αίσθησιν ως απόβλητοι δια την κατ' αυτούς αίρεσιν κρίνονται. ετέρου δε, ίνα κατά μικρόν δια το συχνώς ομιλείν τοις Χριστιανοίς, προς μετάθεσιν απαλλάττωνται, ει και μη πάντες, αλλά τινές μεν, όσους δη η σωτηρία ηγάπησε». Η ενδιαφέρουσα αυτή απάντηση στο σύνολό της έχει ως εξής: «Εν ταις Χριστιανών χώραις και πόλεσιν ενδέδοται μεν αρχήθεν οικείν και αλλογλώσσους, και ετεροδόξους, ήγουν Ιουδαίους, Αρμενίους, Ισμαηλίτας, Αγαρηνούς, και λοιπούς τοιούτους. πλην ουκ αναμίξ μετά των Χριστιανών, αλλά κεχωρισμένως. όθεν και αφορίζονται τόποι εκάστη τούτων φυλή είτε εντός πόλεων, είτε εκτός, ώστε τούτοις εμπεριγράφεσθαι, και μη επέκεινα τούτων τας οικήσεις αυτών εκτείνεσθαι. Επινενόηται δε τούτο τοις πάλαι βασιλεύσιν, ως οίμαι, τριών ένεκεν. ενός μεν, ίνα τω εστενωμένω και αφωρισμένω της τούτων οικήσεως λαμβάνωσιν αίσθησιν, ως απόβλητοι δια την κατ' αυτούς αίρεσιν κρίνονται. ετέρου δε, ίνα κατά μικρόν, δια το συχνώς ομιλείν τοις Χριστιανοίς, προς μετάθεσιν απαλλάττωνται. ει και μη πάντες, αλλά τινές μεν, όσους δη η σωτηρία ηγάπησε. και του τρίτου, ίνα τους καρπούς των επιτηδευμάτων αυτών οι κατά βίον χρήζοντες αυτών αποφέρωνται. Τοίνυν και οι Αρμένιοι, ει εν τόπω, ένθα περιγράφονται, και ναούς κτίζουαι, και τα της αιρέσεως αυτών εκτελούσι, μενούσιν ανεπηρέαστοι. το αυτό γαρ και Ιουδαίοις πρόσεστι, και Ισμαηλίταις, οικούσιν εν πόλεσι χριστιανικαίς. ει δε τους όρους υπερβαίνουσι της αφορισθείσης αυτοίς συνοικήσεως, ου μόνον αυτοί κωλυθήσονται, αλλά και τα οικοδομήματα τούτων, οποία δ' αν και ώσι, καταστραφήσονται. το γαρ ανέτως έχειν και ευπαρρησιάστως εν τοις τοιούτοις, πάλαι απώλεσαν»4.
Η κρατήσασα αυτή συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί των Αρμενίων ως Μονοφυσιτών αιρετικών φθάνει μέχρι των ημερών μας. Ο γνωστός ιστορικός αρχιμανδίτης Βασίλειος Στεφανίδης στο εγχειρίδιο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αφού διαπιστώνει ότι στη Συρία, όπου κατ' αρχήν είχε επικρατήσει ο Νεστοριανισμός, «την θέσιν του κατέλαβεν η αντίθετος αιρετική διδασκαλία, ο μονοφυσιτισμός»5, εντάσσει σ' αυτόν και την ακραία του έκφραση από τον Ευτυχή, τον οποίο σημειώτεον δεν έχουν δυσκολία να καταδικάσουν οι Αρμένιοι και άλλοι αντιχαλκηδόνιοι, παρασύροντες με αυτό τους Ορθοδόξους σε εσφαλμένες εκτιμήσεις πως τάχα δεν είναι Μονοφυσίτες, αλλά και τον μετριοπαθή του Σεβήρου, τον οποίο τιμούν ως άγιο και διδάσκαλο, παραμένοντες έτσι μετριοπαθείς έστω Μονοφυσίτες. Αρχίζοντας δε την περί Αρμενίων ενότητα ο Στεφανίδης γράφει. «Οι Αρμένιοι, πλην των μονοφυσιτικών ιδεών, έχουσι και τας επομένας διαφοράς», τις οποίες στη συνέχεια αναφέρει6.

4. Η νέα, μη Ορθόδοξη, αντιμετώπιση των Αρμενίων ως Ορθοδόξων
Περιέργως από τα τέλη του περασμένου αιώνος άρχισε να προβάλλεται μία θέση άκρως αντίθετη προς την μακραίωνα αυτή, συνοδικώς κατοχυρωμένη και δια πολλών και μεγάλων αγίων, ανάμεσα στους οποίους και ο Μέγας Φώτιος, επιβεβαιωμένη παράδοση της Εκκλησίας, η θέση και η άποψη κατά την οποίαν οι Αρμένιοι κατ' αρχήν, που μας ενδιαφέρουν εδώ, αλλά και οι άλλοι Αντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες, Συροϊακωβίτες, Κόπτες και Αιθίοπες, με τους οποίους είναι ενωμένοι οι Αρμένιοι, δεν είναι Μονοφυσίτες, ούτε αιρετικοί επομένως, αλλά έχουν την ίδια με μας ορθόδοξη πίστη. Ο χωρισμός τους, η απόσχισή τους από την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν οφείλεται σε θεολογικούς λόγους, σε διαφορές μας δηλαδή στην πίστη. Οφείλεται περισσότερο σε ιστορικούς πολιτικούς λόγους και εν μέρει στην διαφορετική κατανόηση της χριστολογικής ορολογίας7. Φταίει δηλαδή η έναντι των λαών αυτών δυσμενής πολιτική του Βυζαντίου που τους ανάγκασε να χωρισθούν από την ενιαία ορθόδοξη αυτοκρατορία και η αδυναμία των θεολόγων και των δύο πλευρών να ξεπεράσουν τις λέξεις και τους όρους, που τα κατανοούσαν διαφορετικά, και να μείνουν στα πράγματα, στο περιεχόμενο.
Παρακολουθώντας κανείς αυτές τις εκτιμήσεις εύκολα διαπιστώνει ότι μη θεολογικοί λόγοι κυριαρχούσαν όχι τότε, αλλά τώρα. Τότε η ενότητα στην πίστη, βασική εκκλησιολογική θέση και απαίτηση, είχε υιοθετηθή από το γνήσιο χριστιανικό κράτος, που ευθυγραμμιζόταν απόλυτα με την Εκκλησία, ως βασική προϋπόθεση για την ενότητα και του κράτους. Τώρα που ο κόσμος διασπάσθηκε σε πάμπολλες κρατικές ενότητες από πολιτική άποψη, που τείνουν παρά ταύτα σε πολιτική ενότητα, η μη θεολογική και απαράδεκτη εκκλησιολογικά άποψη που καλλιεργείται ιδιαίτερα στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών εκτιμά ότι πρέπει και οι εκκλησίες, ακολουθώντας τα κράτη ή τον κόσμο θεολογικά, να ενωθούν, όχι εξασφαλίζοντας προηγουμένως την ενότητα στην πίστη και στην αλήθεια (ένωσις εν τη αλήθεια), αλλά διατηρώντας τις διαφορές τους (ένωσις εν τω ψεύδει) αφού κατά την άποψη αυτή, που εκφράσθηκε και εκφράζεται με την γνωστή θεωρία των κλάδων και άλλες νεότερες θεωρίες, καμμία από τις υπάρχουσες εκκλησιές, ούτε η Ορθόδοξη, δεν δικαιούται να διεκδικήσει την αποκλειστικότητα στη διαδοχή της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που την συναποτελούν ως ενιαίο δένδρο όλες οι διεσπασμένες εκκλησίες, ως κλάδοι αυτού του δένδρου. Ο πιο απλός βέβαια αγρότης που δεν έχει την σοφία των εισηγητών της θεωρίας γνωρίζει πως, όταν ένα κλαδί αποκοπεί από τον κορμό του δένδρου και δεν τρέφεται από τους ίδιους ακριβώς χυμούς που κυκλοφορούν στο δένδρο, ξηραίνεται. Αν, πριν ξεραθεί, φυτευθεί και βλαστήσει, αποτελεί άλλο ξεχωριστό δένδρο, φύεται κοντά στο δένδρο της Εκκλησίας, και δεν ανήκει σ' αυτή, "παραφύεται", και αυτό συμβαίνει με τις αιρέσεις.
Η αυστηρή και σοβαρή αντιμετώπιση των διαφορών στην πίστη θεωρείται πλέον σήμερα μεσαιωνική στάση και συμπεριφορά, ασυμβίβαστη με την νοοτροπία και τις τάσεις της εποχής μας, γνώρισμα ολίγων φανατικών και ζηλωτών, οι οποίοι με την επιμονή τους στα θέματα πίστεως ζημιώνουν πολύ π.χ. τους αδελφούς Κόπτες της Αιγύπτου, που τους αφήνουν μόνους και απροστάτευτους στην πλημμυρίδα των Ισλαμιστών της Αιγύπτου ή αδυνατίζουν μέσα στο
Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών την πλευρά των Ορθοδόξων, που θα ήταν πιο ισχυροί, απέναντι των πολυαρίθμων και πανίσχυρων Προτεσταντών, αν προσετίθεντο στους Ορθοδόξους οι Αντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίτες.
Εκτός όμως από αυτούς τους έκδηλα μη θεολογικούς λόγους, που προβάλλονται από μία εκκοσμικευμένη και προσαρμοστική θεολογία, υπάρχει στη στάση αυτή ένας απύθμενος θεολογικός εγωισμός, ξένος προς το ορθόδοξο ήθος, προς το ήθος των αγίων και των Πατέρων τής Εκκλησίας. Οι Πατέρες της Εκκλησίας στηριζόμενοι στην διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων σέβονται την Παράδοση της Εκκλησίας, "επόμενοι δε τοις προ αυτών αγίοις Πατράσι", οι οποίοι αλαθήτως σε οικουμενικές συνόδους διετύπωσαν σε όρους την πίστη, δεν επιχειρούν να άρουν "όρια αιώνια α έθεντο οι Πατέρες" και να καινοτομήσουν σε θέματα πίστεως, όσο σοφοί και φιλόσοφοι και ευφυείς και σπουδασμένοι και αν είναι κατά κόσμον. Θέτουν την σοφία και τη γνώση τους στην υπηρεσία όχι της ανατροπής, αλλά της κατοχυρώσεως της πίστεως, που βρίσκεται έτσι διαχρονικά σε θαυμαστή ενότητα μέσα στη διδασκαλία των συνόδων, αλλά και στη διδασκαλία των Πατέρων. Έχει ορθά παρατηρηθή, ότι υπάρχει τέτοια ενότητα μεταξύ των επτά οικουμενικών συνόδων, που φαίνεται σαν να αποτελούν επτά απλώς συνεδρίες μιας μόνον συνόδου. Κάθε μία ακολουθεί την προηγούμενη, την αλήθεια της οποίας επιβεβαιώνει και συνεχίζει, και όλες μαζί εκφράζουν την αλήθεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η αποδοχή της θέσεως των Αρμενίων και των άλλων Μονοφυσιτών ότι η Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος ολίσθησε σε Νεστοριανισμό, παρασυρθείσα από τον άγιο Λέοντα, πάπα Ρώμης, προσβάλλει την ενότητα όλων των συνόδων, των προηγουμένων και των επομένων, και παρουσιάζει τους συγχρόνους θεολόγους ικανότερους στο να κατανοήσουν την θεολογική ορολογία των Μονοφυσιτών και να μη την παρεξηγήσουν, όπως την παρεξήγησαν και την θεώρησαν ως αιρετική οι άγιοι Πατέρες των Συνόδων, αλλά και άλλες γιγάντιες και κολοσσιαίες θεολογικές και πατερικές προσωπικότητες, που ασχολήθηκαν με τους Μονοφυσίτες, όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, και ο Μέγας Φώτιος, οι οποίοι εκφράζουν και σφραγίζουν σε αδιάκοπη και ενιαία σειρά τη διδασκαλία της Εκκλησίας επί τρεις αιώνες, ως οι επιφανέστεροι θεολόγοι αυτών των αιώνων, ο άγιος Μάξιμος του εβδόμου, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός του ογδόου και ο Μέγας Φώτιος του ενάτου αιώνος. Και αν ακόμη δεν υπολογίσει κανείς την αγιότητα και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που τους ξεχωρίζει αμέσως από τους συνήθως μέσα στην κοσμική τύρβη περισπωμένους συγχρόνους θεολόγους, και μόνον η εκπληκτική τους συγκρότηση και ο ανυπέρβλητος γνωσιολογικός εξοπλισμός τους καθιστούν γίγαντες ενώπιον των οποίων εμείς πρέπει να αισθανόμαστε ως νάνοι. Δεν εκατάλαβον λοιπόν αυτοί οι γίγαντες την χριστολογική ορολογία των Αντιχαλκηδονίων και τους προσήψαν αδικαιολόγητα την ρετσινιά των αιρετικών, και την καταλαβαίνουμε τώρα εμείς καλύτερα που τους θεωρούμε ομόδοξους και Ορθοδόξους, ώστε να μη χρειάζεται καν θεολογικός διάλογος, αλλά απλή διακήρυξη της ενώσεως;
Αντιλαμβάνομαι ότι ο προσμετρηθείς για όλες τις εισηγήσεις χρόνος τρέχει και για την δική μου και πρέπει να δούμε πώς ο Μέγας Φώτιος αντιμετώπισε τους Αρμενίους. Επειδή όμως από τη μελέτη των σχετικών έργων του προκύπτει σαφέστατα ότι οι θέσεις του αποτελούν εκ βάθρων ανατροπή της πορείας και των πορισμάτων, μέχρι και των πιο μικρών, του διεξαγομένου σήμερα θεολογικού διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ατνιχαλκηδονίων είναι πολύ πιο σπουδαίο αυτό να γίνει κατανοητό, παρά να παρουσιασθεί εν εκτάσει η σχετική διδασκαλία του Μεγάλου Φωτίου, που μπορεί να γίνει και σε μία εκτενέστερη μορφή της εισηγήσεως ή σε ανεξάρτητο δημοσίευμα, χωρίς ασφαλώς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα παρουσιασθούν εδώ, έστω και σύντομα, οι βασικές θέσεις του Μεγάλου Φωτίου.
5. Ο σύγχρονος Θεολογικός Διάλογος με τους Αντιχαλκηδονίου ανατρέπει την Ορθόδοξη Παράδοση. Δογματική σύγχυση.
Είναι απαραίτητο πάντως να λεχθεί ότι η προσπάθεια αποχαρακτηρισμού των Αρμενίων και των άλλων Αντιχαλκηδονίων ως Μονοφυσιτών αιρετικών και η παρουσίασή των ως κατά πάντα Ορθοδόξων, ενώ αποτελούσε απλώς προσωπική γνώμη ελαχίστων θεολόγων, και ως εκ τούτου δεν ήταν ιδιαιτέρως ανησυχητική, στις ημέρες μας αποτελεί βασική γραμμή πάνω στην οποία πορεύεται ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος της Ορθοδόξου Εκκλησιάς με τους Μονοφυσίτες, ο οποίος συναντά λόγω αυτής του της πορείας την δικαιολογημένη αντίδραση μερικών αυτοκέφαλων εκκλησιών, του Αγίου Όρους και μεμονωμένων θεολόγων. Οι Αντιχαλκηδόνιοι χωρίς να εγκαταλείψουν τις δύο βασικές τους θέσεις, την απόρριψη της Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου και την μη αρίθμηση των δύο φύσεων του Χριστού μετά την ένωση, που αρκούν για να θεωρούνται ως Μονοφυσίτες αιρετικοί, κατόρθωσαν προβάλλοντας ασθενέστατα θεολογικά επιχειρήματα, τα οποία κονιορτοποιεί ο Μ. Φώτιος, να οδηγήσουν τα ορθόδοξα μέλη της Επιτροπής του Διαλόγου στη θέση ότι οι δύο εκκλησίες έχουν κληρονομήσει την ίδια αποστολική πίστη και παράδοση και ότι αποτελούν δύο οικογένειες Ορθοδόξων Εκκλησιών. Σχετικά μάλιστα με το όνομα των Αντιχαλκηδονίων, που αποτέλεσε θέμα συζητήσεως στον Διάλογο, με την επιμονή τους οι Αντιχαλκηδόνιοι επέτυχαν να μη ονομάζονται πλέον Μονοφυσιτικές Εκκλησίες ή Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες, αλλά σε πρώτη φάση δέχθηκαν να ονομάζονται Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες. Εζήτησαν κατόπιν να ονομάζονται απλώς Ορθόδοξες Εκκλησίες. δεν δέχθηκαν συμβιβαστική πρόταση των Ορθοδόξων να ονομάζονται Ανατολικές Ορθόδοξες μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες, ζήτησαν την απάλειψη του μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες και ονομάζονται τώρα στο Διάλογο Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, επιβεβαιουμένης έτσι δια του ονόματος της ανυπάρκτου εν τοις πράγμασι Ορθοδοξίας των. Οι διεργασίες αυτές στα πλαίσια του Θεολογικού Διαλόγου είχαν και έχουν σαν συνέπεια να δημιουργηθεί όντως το κοινώς λεγόμενο comfusio, σύγχυση αληθινή, κατά την συγχυτική των Αντιχαλκηδονίων Χριστολογία. Τα ονόματα Ορθοδοξία και Ορθόδοξος δεν χαρακτηρίζουν πλέον μόνον τις κατά παράδοση Ορθόδοξες Εκκλησίες, τις ενωμένες απολύτως στην πίστη, την λατρεία και την διοίκηση, που έχουν επί κεφαλής ως πρώτον τη τιμή τον οικουμενικό της Κων/πόλεως θρόνο, αλλά και τους Μονοφυσίτες Αντιχαλκηδονίους. Έτσι μέσα στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ταυτιζόμαστε οι Ορθόδοξοι με τους Μονοφυσίτες και ονομαζόμαστε όλοι από κοινού Ορθόδοξοι, συμμετέχοντας σε κοινές "διορθόδοξες" επιτροπές. Το πιο δυσάρεστο όμως είναι, μετά από αυτήν την άμβλυνση, να συγκροτούμε και μόνοι μας διορθόδοξες επιτροπές και να συντάσσουμε κοινά κείμενα με τους Μονοφυσίτες ως κείμενα των Ορθοδόξων.
Μέσα λοιπόν σ' αυτήν την σύγχυση, που δημιουργήθηκε και από τις σχετικές μελέτες μερικών θεολόγων, και από τις θεολογικές διεργασίες στα πλαίσια του Διαλόγου, δεν είναι καθόλου περίεργο το ότι όλα αυτά έχουν περάσει και στη θεολογική έρευνα και διδασκαλία στις θεολογικές μας Σχολές αλλά και στη γενικώτερη έναντι των Μονοφυσιτών στάση μας. Είναι π.χ. άξιο παρατηρήσεως ότι, ενώ οι Σχολές μας δεν χορηγούν διδακτορικό δίπλωμα ούτε σε Ρωμαιοκαθολικούς ούτε σε Προτεστάντες ή άλλους ετεροδόξους, χορήγησαν όμως σε Κόπτες Θεολόγους. Σε μελέτες καθηγητών γράφεται ότι οι Μονοφυσίτες της Αιγύπτου δεν είναι αιρετικοί αλλά σχισματικοί, με επίκληση μάλιστα του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού του οποίου παρερμηνεύεται η διδασκαλία8.
Στα ίδια πλαίσια προσεγγίσεως προς τους Μονοφυσίτες, τοποθετείται και η προσπάθεια να αποδειχθεί ότι ο Τόμος της Δ' εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου δεν είναι επηρεασμένος από την διδασκαλία του αγίου Λέοντος Ρώμης, τον οποίο οι Μονοφυσίτες θεωρούν νεστοριανίζοντα, αλλά από τη διδασκαλία του Αγίου Κυρίλλου, σαν να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον άγιο Λέοντα και στον Άγιο Κύριλλο9.
6. Οι Αρμένιοι είναι αιρετικοί. Η αποκήρυξη της πλάνης και η επιστροφή είναι η μόνη δυνατότης για την ένωση.
Ευτυχώς όμως που απέναντι σ' αυτή τη σύγχυση υπάρχει η σαφέστατη και διαυγής διδασκαλία των αγίων Πατέρων, η οποία τελικώς θα ισχύσει ως κριτήριο και ως γνώμων.
Υπάρχουν το έργο και η διδασκαλία του Μ. Φωτίου που σχετίζονται με το θέμα των Αρμενίων, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς και δεν γονιμοποίησαν ακόμη την σύγχρονη θεολογική σκέψη, γιατί παραμένουν άγνωστα.
Ο Μ. Φώτιος είναι πράγματι μεγάλη προφητική φυσιογνωμία, που στάλθηκε από το Θεό σε δύσκολους για την Εκκλησία καιρούς, όταν ο παπικός απολυταρχισμός, στηριζόμενος στην ανερχόμενη πολιτική δύναμη των Φράγκων ηγεμόνων, επεδίωξε, καταργώντας το συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας και ανακηρυσσόμενος σε αυτάρκη και αλάθητο θεσμό σε θέματα πίστεως, να επέμβει αφ' ενός στα όρια δικαιοδοσίας των αυτοκέφαλων εκκλησιών, όπως έγινε με την περίπτωση της Βουλγαρίας, και συγχρόνως να αμφισβητήσει το κύρος παραδεδομένων δογμάτων, καινοτομώντας σε θέματα πίστεως.
Είναι γνωστή η αντίδραση του Μ. Φωτίου, ο οποίος, αγνοώντας τους πολιτικούς συσχετισμούς, με καθαρώς θεολογικά κριτήρια, αγωνίσθηκε για την καθαρότητα της πίστεως και τη διατήρηση του αποστολοπαραδότου συνοδικού συστήματος διοικήσεως της Εκκλησίας, ενώ συγχρόνως με το άριστα σχεδιασμένο ιεραποστολικό του έργο δυναμικά διέδωσε το κήρυγμα του Ευαγγελίου στους σλαβικούς λαούς διευρύνοτας γεωγραφικά και ενισχύοντας με νέους πληθυσμούς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο δυναμικός αυτός σχεδιασμός, ως ποιμαντική ασφαλώς ευθύνη για την σωτηρία των ανθρώπων μέσα στην Εκκλησία, περιέλαβε, εκτός από τους απίστους και αλλοθρήσκους, και τους αιρετικούς, οι οποίοι κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας που την προβάλλει ο Μ. Φώτιος, αν δεν επιστρέψουν στην Εκκλησία και μείνουν στην αίρεση, χάνουν την σωτηρία τους. Η ποιμαντική επομένως ευαισθησία της Εκκλησίας για την σωτηρία των εκτός αυτής ανθρώπων, δεν εξαντλείται στο ιεραποστολικό προς τους αλλοθρήσκους έργο, αλλά επεκτείνεται και προς τους αιρετικούς. Η διπλή αυτή διάσταση, έκδηλη στο έργο και στη διδασκαλία του Μ. Φωτίου, έχει εκλείψει στις ημέρες μας, γιατί έχουν καταργηθή τα όρια μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως, και οι θεωρούμενοι προηγουμένως ως αιρετικοί αποτελούν "εκκλησίες", και "αδελφές" μάλιστα "εκκλησίες", οπότε η ένωση δεν θεωρείται ως επιστροφή τους στην Εκκλησία, αλλ' ως ένωση των εκκλησιών, όπως έχει καθιερωθή κακώς να λέγεται από όλους μας, γιατί με τον τρόπο αυτό εκκλησιαστικοποιούμε τις αιρέσεις και τις εξισώνουμε ως εκκλησίες με την Εκκλησία.
Έχει πράγματι καταγραφή από την ιστορία και προκύπτει από μαρτυρίες του ιδίου του Μ. Φωτίου και άλλων συγγραφέων μία κατ' αρχήν επιτυχής προσπάθεια επιστροφής των Αρμενίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατά την διάρκεια της πρώτης πατριαρχίας του ο Φώτιος έστειλε επιστολές στον ηγεμόνα των Αρμενίων Ασούτ και στον καθολικό τους Ζαχαρία, τις οποίες εκόμισε ο μητροπολίτης Νίκης Ιωάννης. Στις επιστολές αυτές, που σώθηκαν Αρμενιστί και σε λατινική μετάφραση, επρότεινε την ένωσή τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Σε σύνοδο Αρμενίων επισκόπων που έγινε στην πόλη Άντ το 864 αναγνώρισαν οι Αρμένιοι την Δ' Οικουμενική Σύνοδο και απεκήρυξαν τον Μονοφυσιτισμό10.
Ο άγιος Φώτιος αναφέρεται σ' αυτήν την επιστροφή των Αρμενίων στην γνωστή Εγκύκλιο Επιστολή προς τους πατριάρχας της Ανατολής, στην οποία καταγγέλλει τις επεμβάσεις του πάπα στη Βουλγαρία και την αθέμιτη προσθήκη του filioque στο σύμβολο της πίστεως. Ο λόγος αυτής της αναφοράς στη συνάφεια του κειμένου οφείλεται στο ότι θέλει να δείξει ότι η Εκκλησία μετά την καταδίκη των παλαιών αιρέσεων διερχόταν περίοδο ειρήνης και πνευματικής καρποφορίας. Με κέντρο μάλιστα την Κωνσταντινούπολη, από την οποία αναβλύζουν οι πηγές της Ορθοδοξίας, αρδεύονταν οι ψυχές σ' όλην την οικουμένη, και μάλιστα εκεί όπου είχε επικρατήσει ξηρασία και ανομβρία και είχαν μεταβληθή οι χώρες, όπου είχαν επικρατήσει οι αιρέσεις, σε έρημες και άγονες περιοχές, όπως συνέβη με τους Αρμενίους. Το ενδιαφέρον αυτό κείμενο αρκεί μόνο του να δείξει, ότι ο Μ. Φώτιος θεωρεί τους Αρμενίους ως δυσσεβείς αιρετικούς, που παρασύρθηκαν στην αίρεση από τους Ιακωβίτες, από την εποχή της Δ' εν Χαλκηδόνι Συνόδου, ευρίσκονται από τότε σε πλάνη και δεν είναι Ορθόδοξοι. η μόνη δυνατότης να ενωθούν με την Εκκλησία είναι να αποκηρύξουν την πλάνη και να αναθεματίσουν όλους τους πάτρωνες και διδασκάλους τους, ακραίους και μετριοπαθείς: «Και γαρ οι την Αρμενίαν οικούντες τω των Ιακωβιτών ενισχυμένοι δυσσεβήματι και προς το ορθόν της ευσεβείας απαυθαδιαζόμενοι κήρυγμα, αφ' ούπερ η πολυάνθρωπος εκείνη και αγία των πατέρων ημών κατά Καλχηδόνα συνεκροτήθη σύνοδος, των υμετέρων ευχών ημίν επαμυνόντων, την μακράν εκείνην πλάνην αποθέσθαι ενεδυναμώθησαν. και λατρεύει σήμερον καθαρώς και ορθοδόξως η των Αρμενίων λήξις την Χριστιανών λατρείαν, Ευτυχή και Σεβήρον και Διόσκορον και τους κατά της ευσεβείας πετροβόλους Πέτρους και τον Αλικαρνασέα Ιουλιανόν και πάααν αυτών την πολύσπορον διασποράν, ως η καθολική εκκλησία, μυσαττομένη και δεσμοίς αλύτοις του αναθέματος υποβάλλουσα»11.
Η ένωση αυτή των Αρμενίων δεν κράτησε φαίνεται για πολύ. Η καθαίρεση του Μ. Φωτίου από τον πατριαρχικό θρόνο δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση και εμπέδωση αυτής της προσπάθειας. Αυτό προκύπτει από μαρτυρία του πατριάρχου Νικολάου Μυστικού, ο οποίος επαναλαμβάνει μετά από πενήντα χρόνια περίπου, το 918 - 920, την προσπάθεια. Γράφοντας δε προς τον Αρμένιο άρχοντα αναφέρεται στον πατριάρχη Φώτιο και στην αποτυχούσα προσπάθειά του, που την αποδίδει εις "τας των πραγμάτων περιπέτειας": "Περί ου και τω ημετέρω πατρί, φαμέν δη Φωτίω τω αγιωτάτω πατριάρχη, ου μικρός αγών καταβέβληται τούτο μεν λόγοις, τούτο δε και αποστολή ανδρών, ει και των πραγμάτων αι περιπέτεια επί το τέλος ελθείν την σπουδήν απεκώλυσαν"12. Την ίδια περίοδο και ο Αρέθας Καισαρείας, απαντώντας σε επιστολή των Αρμενίων, λέγει ότι πολλοί μεγάλοι και επιφανείς άνδρες έγραψαν υπέρ της ευσέβειας και με τους αγώνες τους καθιστούν υπευθύνους τους αντιλέγοντας. Περιλαμβάνει μεταξύ αυτών και τον Μέγα Φώτιο, του οποίου εξαίρει την σοφία την παρρησία, την οργανωτικότητα, αλλά και την αποτελεσματικότητα, αφού παρουσιάζει ότι πολλοί Αρμένιοι επείσθησαν και προσήλθαν στην Εκκλησία. «Μέθ' ων και ο χθες τε και πρώην ιερός μεν το γένος, ιερώτερος δε την σοψίαν, όση τε θεία και όση της κατ' ανθρώπους λογίζεται. Τίς ούτος; Ο τοις ουρανίοις αδύτοις τα νυν εγκατοικιζόμενος Φώτιος ος τοις κατά ταύτα εικαιολογούσι των Αρμενίων υμών γενναίω λόγω και θεοφιλεί ψυχής παραστήματι και ανανταγωνίστω γνώμη και διαρκεί σαφώς εφορμήσας είλε μεν των αντιπάλων όσον φιλήκοον, όσον εις σύνεσιν ου παρέσφηλεν, όσον ταις αποθήκαις ή τοις σταθμοίς του θεού δίκαιον εναυλίζεσθαι»13.
7. Ανεκμετάλλευτα και άγνωστα κείμενα του Μ. Φωτίου κατά των Αρμενίων.
Από τις δύο αυτές μαρτυρίες προκύπτει ότι ο Φώτιος έγραψε ή εξεφώνησε λόγους, «τούτο μεν λόγοις τούτο δε και αποστολή ανδρών», και ότι απέναντι στην ασταθή και σε πιθανολογίες στηριζόμενη επιχειρηματολογία των Αρμενίων αντέταξε «γενναίο λόγο», «θεοφιλές παράστημα ψυχής», «ανανταγώνιστο και διαρκή γνώμη». Σώζονται πράγματι ελληνιστί δύο μακρές επιστολές του Φωτίου, οι υπ' αριθμ. 284 και 285 στη νέα έκδοση των επιστολών της Λειψίας από τους Λαούρδα - Westerink. Ιδιαίτερα η πρώτη που επιγράφεται Κατά της Θεοπασχιτών αιρέσεως είναι μακρότατη πραγματεία αποτελούμενη από 3294 στίχους, που όπως παραδέχεται ο Μ. Φώτιος επεξετάθη "πέρα του μετρίου" (3189), γιατί έπρεπε να απαντήσει στο εκτενές γράμμα, "το μακρότερον της Ιλιάδος" (3190), του ηγεμόνος των Αρμενίων Ασωτίου (Ασούτ - Ασώτ), στο οποίο περιέχεται όλη η επιχειρηματολογία των Μονοφυσιτών εναντίον της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, "αι εικαιολογίαι" των Αρμενίων, όπως τις χαρακτηρίζει ο Αρέθας, τις οποίες ανήρεσε ο Μ. Φώτιος.
Η σπουδαιότης της επιστολιμαίας αυτής πραγματείας είναι μεγίστη. Έχει παρατηρηθή σωστά πως ό,τι είναι για την Πνευματολογία ή πραγματεία "Περί της του Αγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας" το ίδιο είναι για την Χριστολογία η πραγματεία αυτή "Κατά της Θεοπασχιτών αιρέσεως"14. Ενώ όμως η πρώτη είναι πασίγνωστη, σ' αυτήν στηρίζεται όλη η μετά τον Φώτιο γραμματεία για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, έχει δε μελετηθή και αξιολογηθή επανειλημμένως και από την σύγχρονη θεολογική έρευνα, η δεύτερη παραμένει παντελώς σχεδόν άγνωστη και αναξιοποίητη. Το σημαντικώτερο μάλιστα είναι ότι όλα τα επιχειρήματα και οι θέσεις που προβάλλονται και σήμερα απαράλλακτα στον Θεολογικό Διάλογο από τους Αντιχαλκηδονίους, ενώπιον των οποίων οι Ορθόδοξοι Θεολόγοι, εντός και εκτός του Διαλόγου, αισθάνονται τουλάχιστον αμήχανοι και συγκαταβατικοί, αντιμετωπίζονται με την ίδια μέθοδο, δύναμη και πειθώ που γνωρίζομε από το κλασικό Περί Αγίου Πνεύματος έργο του Μ. Φωτίου. Είναι φυσικά αδύνατο να γίνει εδώ η θεολογική ανάλυση και παρουσίαση του μοναδικού όντως αυτού για την Χριστολογία έργου. Λόγω όμως της μεγάλης του σπουδαιότητος και της όχι ευτυχούς τροπής που πήρε ο Θεολογικός Διάλογος είναι επείγουσα αναγκαιότης το έργο αυτό να εκδοθεί σε μετάφραση με θεολογική εισαγωγή και κατάλληλο θεολογικό σχολιασμό, ώστε να αξιοποιηθεί από την σύγχρονη θεολογική έρευνα και να συμβάλει ουσιαστικά από πλευράς Ορθοδόξου στον διεξαγόμενο Διάλογο. Και μολονότι όλοι βαρυνόμεθα με πολλές άλλες ασχολές και έχομε βαρύ φόρτο στους ώμους μας, ελπίζω με τη Χάρη του Θεού να μπορέσω να ανταποκριθώ σ' αυτό το έργο.
Η άλλη επιστολιμαία πραγματεία, που επιγράφεται "Επιστολή προς Αρμενίους" υπ' αριθμ. 285 στη νέα έκδοση της Λειψίας, είναι πολύ μικρότερη σε έκταση, αποτελείται από 479 στίχους. συμπληρώνει όμως με νέες θέσεις την διδασκαλία του Μ. Φωτίου15.
Πρέπει συναφώς να επισημανθεί ότι η άγνοια αυτών των επιστολών και επομένως και της σχετικής διδασκαλίας του Μ. Φωτίου οφείλεται κυρίως στο ότι οι επιστολές δεν είχαν περιληφθή στις παλαιότερες εκδόσεις, ούτε και στην P.G. του Μigne. Τις δημοσίευσε το 1971 ο Darrouzes στο REB, απ' όπου τις παρέλαβε και η έκδοση της Λειψίας16.
Επίλογος

Οι Αρμένιοι είναι ευγενής και συμπαθής λαός. Συμπορεύθηκαν με τους Έλληνες σε δύσκολους καιρούς, αντιμετώπισαν την ίδια σκληρότητα από ξενικές κατακτήσεις μέχρι των τελευταίων επονειδίστων σφαγών στις δύο πρώτες δεκαετίες του αιώνος μας. Πενήντα χιλιάδες πρόσφυγες Αρμένιοι μαζύ με τούς ομοεθνείς μας πρόσφυγες της Μικρασίας και του Πόντου βρήκαν θαλπωρή και καταφύγιο στη χώρα μας, όπου ζουν με εντιμότητα, εργατικότητα και προκοπή. Φιλικώτατα τους αντιμετωπίζει σε ανθρώπινο επίπεδο και κοσμικό ο Μ. Φώτιος. Επανειλημμένως αποκαλεί τον Ασώτιο φίλο και συγγενή. Επισημαίνει όμως ότι τα θέματα της πίστεως και της αληθείας κινούνται σε άλλη διάσταση, όχι στο χώρο των πρόσκαιρων σκοπιμοτήτων, αλλά στο χώρο της αιωνιότητος, την είσοδο στην οποία εγγυώνται όχι το σχίσμα και η αίρεσις, αλλά η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Του γράφει. «Μη σοι γένοιτο, τερπνόν φιλίας και συγγενείας αγλάισμα, μήτε σοι μήτε τινί άλλω, όσοις το Χριστού επικαλείται όνομα, μηδαμώς κατά το εκείθεν κριτήριον εις τοιαύτην υποβληθήναι και τηλικαύτην εξέτασιν και τότε μεταμανθάνειν την αλήθειαν, ότε πλέον ουδέν του πικροτερον κολάζεσθαι περιγίνεται»17.
Αυτήν την άλλη πραγματικότητα, την άλλη διάσταση της αληθείας, είχαν πάντοτε ως κριτήριο οι Άγιοι, και ο Μ. Φώτιος, γι' αυτό ήσαν ανυποχώρητοι σε θέματα πίστεως και αληθείας.
  • 1. Βλ. Μ. Αθανασίου, Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου P.G. 25,188.
  • 2. Βλ. Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, απ' αρχής μέχρι σήμερον, Αθήναι 1959, σελ. 243. Χ.Μ. Μπαρτικιάν, Ελληνισμός και Αρμενία, Αθήναι 1991, σελ. 63-65.
  • 3. Βλ. π.χ. Χ.Μ. Μπαρτικιάν, αυτόθι, σελ. 61: «Η στάση των βυζαντινών αρχών έναντι των Αρμενίων του Βυζαντίου δεν ήταν μονοειδής. Αυτή εξηρτάτο από την ομολογία πίστεως των Αρμενίων. Η συμπεριφορά των Βυζαντινών έναντι των μονοφυσιτών Αρμενίων και των ασπαθέντων τον διφυσιτισμό ήταν τελείως διαφορετική. Οι μονοφυσίτες Αρμένιοι, που παρουσίαζαν την απόλυτη πλειοψηφία των Αρμενίων του κράτους, αποτελούντες κοινότητες, έμεναν παραγκωνισμένοι εν αντιθέσει με τους Αρμενίους Χαλκηδονίτες, οι οποίοι όντες ομόδοξοι των Ελλήνων, απολάμβαναν όλων των δικαιωμάτων των Ρωμαίων πολιτών».
  • 4. Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κα­νόνων, Αθήναι 1855, τόμ. 5, σελ. 415.
  • 5. Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδου, ένθ' ανωτ., σελ. 220.
  • 6. Αυτόθι, σελ. 413.
  • 7. Αυτήν την άποψη απηχεί και το εκτενές για την "Αρμενία" άρθρο της Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαιδείας, ( τόμ.3, στ. 167-195) του Αθ. Αρβανίτη, ο οποίος αναφερόμενος στη δογματική διδασκαλία της Αρμενικής Εκκλησίας δικαιολογεί την δυσφορία των Αρμενίων, όταν χαρακτηρίζονται ως Ευτυχιανοί και Μονοφυσίτες, αποδίδει δε τον χωρισμό τους ίσως και εις λόγους εξωτερικής πολιτικής, παρά δογματικής διδασκαλίας: «Το ατύχημα δι' αυτήν είναι κατά βάθος η άρνησις να αποδεχθή την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον ως Δ' Οικουμενικήν, γεγονός το οποίον προεκάλεσε και την απόσχισίν της εκ της καθόλου Εκκλησιάς. Τούτο οφείλεται, ως εσημειώθη εν τω οικείω τμήματι, ως επί το πολύ, εις το ότι λόγω των πολιτικών ανωμαλιών δεν ηδυνήθη αυτή να λάβη μέρος εις την εν λόγω Σύνοδον. Ίσως δε και λόγω δυσαρεσκείας προς τον Μαρκιανόν και την Πουλχερίαν, τους μη βοηθήσαντας τους Αρμενίους κατά των Περσών, εξαπέλυσε αύτη το κατά της Συνόδου εκείνης ανάθεμα, αφορμωμένη ούτως εκ λόγων εξωτερικής πολιτικής ή δογματικής» στ. 191.
  • 8. Ν. Ματσούκα, Ορθοδοξία και αίρεοη, Θεσσαλονίκη 1992, σελ.35-36. Για την αληθή θέση του αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου βλ. την ιδική μας μελέτη, Η "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών, Θεσσαλονίκη 1994.
  • 9. Την τάση αυτή εκπροσωπεί η μελέτη του Γ. Μαρτζέλου, Γένεση και πηγές του Όρου της Χαλκηδόνας. Συμβολή στην ιστορικοδογματική διερεύνηση του Όρου της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Θεσσαλονίκη 1986, της οποίας τελικό συμπέρασμα είναι ότι "ο Όρος της Χαλκηδόνας κατά το δογματικό του περιεχόμενο δεν είναι απλώς σύμφωνος με τη Χριστολογία του Κυρίλλου, αλλά έχει εμφανώς Κυρίλλειο χαρακτήρα", σελ. 221. Σχετικώς βλ. και Β. Φανουργάκη, Ο Κυρίλλειος χαρακτήρας του "Όρου της Χαλκηδόνος στο Διάλογο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τις Αρχαίες Ανατολικές μη Χαλκηδόνιες Εκκλησίες. Η αντιμετώπιση του θέματος στην εκκλησιαστική γραμματεία, Θεσσαλονίκη 1993.
  • 10. Βλ. σχετικώς Γέροντος Δανιήλ Κατουνακιώτου Προς Ιερομόναχον Ιερώνυμον κατά Αρμενίων. Η επιστολή αυτή του αοιδίμου σοφού και φωτισμένου Γέροντος Δανιήλ, που καταλέγεται στις μεγάλες αγιορείτικες μορφές των τελευταίων χρόνων δημοσιεύεται στον τόμο ε' της σειράς των απάντων του, ο οποίος φέρει τίτλον Εξ ερήμου Διατυπώσεις, σελ. 49-71. Αναιρεί τις απόψεις του αρχιμανδρίτου Πολυκάρπου Ψωμιάδου, μετέπειτα αρχιερέως, ο οποίος προ εκατό ακριβώς ετών, στα τέλη του περασμένου αιώνος ισχυριζόταν ότι «η Αρμενική Εκκλησία μόνον κατά τα έθιμα και τους τύπους διαφέρει της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας και ότι λόγοι ουχί ουσιωδώς δογματικοί απέσπασαν αυτούς αφ' ημών». Η σχετική επιστολιμαία πραγματεία του Γέροντος Δανιήλ προς τον ιερομόναχον Ιερώνυμον έχει ημερομηνίαν 24 Μαρτίου 1892.
    Την πληροφορία για την επιτυχία της προσπάθειας αυτής επιστροφής των Αρμενίων δίδει ο ίδιος ο πατριάρχης Φώτιος στην επιστολή του προς τον ηγεμόνα των Αρμενίων Ασούτ ή Ασώτ, επιγραφόμενη Κατά τής Θεοπασχιτών αιρέσεως: «Το μεν ουν την παραίνεσιν ημών πέρας οίον ευχόμεθα λαβείν, ου βεβαίως ελπίζομεν, ει μη με των προλαβόντων άλλων Αρμενίων, ων ου προ πολλού χρόνου η επιστροφή και διόρθωσις, δια της ομοίας παραινέσεως και του μακαριωτάτου Ιωάννου αρχιεπισκόπου Νίκης λαμπρώς τε και ως άριστα προελθούσα, και περί της υμών αρετής φρονείν τα αμείνω προετρέψατο». Επιστολή 284, εν Photii Patriarchae Constantinopolitani Epistulae et Amphilochia, τόμ. 3, σελ.4 ε., έκδ. Β. Laourdas - L. Westerink (Bibliotheca Teubneriana).
  • 11. Επιστολή 2, Εγκύκλιος επιστολή προς τους της Ανατολής αρχιερατικούς θρόνους, αυτόθι τόμ. 1, σελ. 41.
  • 12. Επιστολή 139, Τω άρχοντι των αρχόντων, P.G. 111, 365. R. Jenkins - L. Westerink, Nicholas I, patriarch of Constantinople, Letters, σελ. 49-52.
  • 13. Arethae Archiepiscopi Caesariensis Scripta Minora, έκδ. L. Westerink, τόμ. I, Leipzig 1968, σελ. 52.
  • 14. Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Παπαδοπούλου, «Σχέσεις του αγίου Φωτίου με την αρμενική εκκλησία», Σύναξη, τεύχος 30, Απρίλιος - Ιούνιος 1989, σελ. 28.
  • 15. Β. Laourdas - L. Westerink, ένθ' ανωτ., τόμ. 3, σελ. 98 έ.
  • 16. J. Darrouzes, «Deux lettres inedites de Photius aux Armeniens», REB 29(1971) 137-181.
  • 17. Επιστολή 284, Κατά της Θεοπασχιτών αιρέσεως, στίχοι 422-425, ένθ' ανωτ., τόμ. 3, σελ. 15.
Είναι οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι; Οι θέσεις του Μ. Φωτίου.
Σειρά "Καιρός"
Θέματα Εκκλ. Επικαιρότητος
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Η Σύγκρουση Ελλήνων και Αρμενίων στα Ιεροσόλυμα



 

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ομ. Καθηγητής Α.Π.Θ
Η Σύγκρουση Ελλήνων και Αρμενίων στα Ιεροσόλυμα
                            Ποιοι έχουν δίκαιο;    
                            
 
1. Εξισώνονται θύτες και θύματα, επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι,       
αιρετικοί και Ορθόδοξοι

       Εξένισαν και εξέπληξαν πολλούς οι μεταδοθείσες από τις τηλεοράσεις και το Διαδίκτυο ει- κόνες της σύγκρουσης Ελλήνων και Αρμενίων κληρικών και μοναχών προ του Παναγίου τάφου. Πρόκειται ασφαλώς για λυπηρό γεγονός, εκ πρώτης όψεως καταδικαστέο και απορριπτέο, αφού οι μαθητές και οπαδοί του πράου και ειρηνικού Ιησού Χριστού, πολύ περισσότερο εξ αυτών κληρικοί και μοναχοί, πρέπει να είναι πράοι, επιεικείς και ειρηνικοί, μη ανθιστάμενοι, ακόμη και όταν τους επιτίθενται, στρέφουν και το αριστερό μάγουλο σ' αυτόν που τους ραπίζει το δεξιό, χωρίς να ανταποδίδουν το κτύπημα (βλ. σημ. 1).
       Έτσι πρέπει όντως να συμπεριφέρονται οι χριστιανοί σε προσωπικό επίπεδο, όταν προσωπικά θίγονται και αδικούνται. Δεν πρέπει να ανθίστανται, ούτε πολύ περισσότερο να ανταποδίδουν κτυπήματα, ακόμη και όταν απειλείται η ζωή τους, διότι όπως επιγραμματικά το διετύπωσε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και το ανέπτυξε θαυμάσια σε ομότιτλο έργο του: "Τον εαυτόν μη αδικούντα ουδείς παραβλάψαι δύνανται". Το πράγμα όμως αλλάζει, όταν προσβάλλονται τα όσια και τα ιερά, όταν βλασφημείται ο Θεός, "όταν Θεός η κινδυνευόμενον", κατά την σταθερή πατερική θέση. Τότε οι πράοι και ειρηνικοί Χριστιανοί γίνονται μαχητικοί και αγωνιστικοί, αποκρούουν και απομακρύνουν τους βλάσφημους, όπως έπραξε ο ίδιος ο Χριστός με οργή, όταν απεμάκρυνε τους εμπόρους από τον ναό του Σολομώντος. Όπως επί χίλια χρόνια έπραττε η Ρωμανία, το Βυζάντιο, αποκρούουσα τους εχθρούς του Σταυρού και ψάλλουσα το "Σώσον Κύριε τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσει κατά βαρβάρων δωρούμενος και τον σον φυλάττων δια του Σταυρού σου πολίτευμα". Έτσι έπραξαν και πολλοί άγιοι αντιμετωπίζοντας αιρετικούς ή ασύστολα αμαρτάνοντες, όπως π.χ. ο άγιος Νικόλαος, που χαρακτηρίζεται ως "εικόνα πραότητος", ο οποίος κατά την διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325), παρόντος του Μ. Κωνσταντίνου, ερράπισε τον Άρειο, που βλασφημούσε με την διδασκαλία του την θεότητα του Χριστού. Έτσι έπραξε και ο άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων, ο οποίος εξεδίωξε από τον ναό τον πανίσχυρο αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395), μετά την φρικτή σφαγή επτά χιλιάδων Θεσσαλονικέων στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης (390), για να τον οδηγήσει σε μετάνοια και για να μην μιανθεί ο χώρος του ναού από τον υπεύθυνο της σφαγής χιλιάδων αθώων ανθρώπων.
       Ιστορικά και ηθικά το πράγμα είναι ολοφάνερο και ευδιάκριτο. Δεν εξισώνουμε τον θύτη και το θύμα, τον επιτιθέμενο και τον αμυνόμενο, τον ιδιοκτήτη αι τον κλέπτη, τον υβριστή και βλάσφημο με τον αγωνιζόμενο να σώσει και να προστατεύσει τα ιερά και τα όσια, τους βλασφήμους αιρετικούς και τους ευσεβείς Ορθοδόξους. Διαφορετικά όλοι οι δίκαιοι αγώνες μικρών και αδύναμων λαών εναντίον πανίσχυρων και αδίστακτων κατακτητών έπρεπε να καταδικασθούν, και να τεθούν στην ίδια μοίρα θύτες και θύματα. Να καταδικασθούν π.χ. όχι οι Τούρκοι που καταδυνάστευσαν επί αιώνες τους Έλληνες και τους ανάγκαζαν να εξισλαμισθούν, αλλά οι ήρωες του 1821 που απετίναξαν τον τουρκικό ζυγό. Όχι οι Αμερικανοί και οι Νατοϊκοί που ρήμαξαν στις ημέρες μας την Ορθόδοξη Σερβία, αλλά η Σερβία που αντιστάθηκε. Όχι ο Αττίλας στην Κύπρο που κατέλαβε, πανταχόθεν υποστηριζόμενος, και κατέχει αδίκως και παρανόμως το μισό νησί, αλλά οι αντισταθέντες και ανθιστάμενοι Κύπριοι. Όχι οι Σκοπιανοί, που στηριζόμενοι στην Αμερική και στον πάπα επιχειρούν να κατοχυρώσουν την ολοφάνερη κλοπή του ονόματος Μακεδονία, αλλά οι ανθιστάμενοι και διαμαρτυρόμενοι για τον ολοφάνερο σφετερισμό και την κακοποίηση της Ιστορίας Έλληνες. Να καταδικασθούν τέλος όχι οι αιρετικοί που ενόθευσαν και παραποίησαν την διδασκαλία του Χριστού, των Αποστόλων και των Πατέρων, αλλά οι άγιοι Πατέρες που αγωνίσθηκαν και έσωσαν την Ορθοδοξία, δια των αιώνων.
 
2. Τουλάχιστον αμαθείς, αν μη κακόβουλοι ή και εξαγορασμένοι
       Η ηθική αξιολόγηση της σύγκρουσης Ελλήνων και Αρμενίων, μπροστά στον Πανάγιο τάφο, δυστυχώς δεν έλαβε υπ' όψιν, αγνόησε, τις ολοφάνερες και εύλογες αυτές αρχές του δικαίου και της Ηθικής. Οι περισσότεροι από τους δημοσιογράφους στα έντυπα και στα ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά μέσα δεν γνωρίζουν την ιστορία των Αγίων Τόπων, το καθεστώς των Αγίων Προσκυνημάτων (status Quo), ποιοι είναι οι ιδρυτές και ιδιοκτήτες, οι νόμιμοι εκκλησιαστικά κάτοχοι της Αγίας Γης, και ποιοι οι κατακτητές και οι σφετεριστές αλλοτρίων πραγμάτων και δικαίων, ποιοι είναι οι Ορθόδοξοι και ποιοι οι αλλόδοξοι και αιρετικοί. Πολύ συχνά ακούγαμε αμαθείς δημοσιογράφους να χαρακτηρίζουν τους Αρμενίους ως Ορθοδόξους, και να παρουσιάζεται ψευδώς η σύγκρουση ως ενδοοικογενειακή υπόθεση της Ορθοδοξίας, ως σύγκρουση μεταξύ Ορθοδόξων Ελλήνων και Ορθοδόξων Αρμενίων, με συνέπεια να μειώνεται η αγανάκτηση και να αυξάνει η λύπη των Ορθοδόξων για την κακή εικόνα των ομοπίστων τους. Εις μάτην αγωνιζόταν αγιοταφίτης μοναχός, εμφανισθείς εις μερικά τηλεοπτικά κανάλια, να διορθώσει το λάθος και να πείσει τους δημοσιογράφους να μη χαρακτηρίζουν τους Αρμένιους ως Ορθοδόξους, γιατί είναι αιρετικοί μονοφυσίτες, που απέρριψαν την Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδο (451 μ.Χ.), γι' αυτό και ονομάζονται επίσης αντιχαλκηδόνιοι ή Προχαλκηδόνιοι, αλλά και τις μετά ταύτα Οικουμενικές Συνόδους. Είναι δυνατόν να είναι Ορθόδοξος που απορρίπτει από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους τις τέσσερις (Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, και Ζ΄) και αναγνωρίζει μόνον τις τρεις (Α΄, Β΄, και Γ΄); Και προ παντός είναι δυνατόν να είναι Ορθόδοξος αυτός που δεν δέχεται ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, ότι δηλαδή στο ένα πρόσωπο του Χριστού, ενώθηκαν η θεία και ανθρώπινη φύση, ασυγχύτως, ατρέπτως, και αδιαιρέτως, και ότι μετά την ένωση παραμένουν αυτές οι δύο φύσεις ακέραιες, τέλειες, ασύγχυτες, και μπορούμε μετά την ένωση να μιλάμε για δύο φύσεις, τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο; Οι Αρμένιοι, όπως και οι άλλοι Αντιχαλκηδόνιοι (Κόπτες, Αιθίοπες, Συροϊακωβίτες), ούτε την Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδο και τις μετά ταύτα δέχονται, ούτε ανέχονται να γίνεται λόγος για δύο φύσεις μετά την ένωση, αλλά μόνο για μία, την θεία, που απορρόφησε την ανθρώπινη (Μονοφυσιτισμός) (βλ. σημ. 2). Εμάς που δεχόμαστε τις δύο φύσεις του Χριστού μας απορρίπτουν ως δυοφυσίτες και Νεστοριανούς.
       Χαιρέκακα οι έξυπνοι Προτεστάντες, αφού μέσα στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών μας ομαδοποίησαν όλους ως Ορθοδόξους, και εμάς δηλαδή και τους Αντιχαλκηδονίους Μονοφυσίτες, και μείς δεχθήκαμε αυτό το ξεπούλημα τους Ονόματος "Ορθόδοξοι", όπως γίνεται και με το όνομα της Μακεδονίας, τώρα δικαιολογημένα βάζουν σε ιστοσελίδα του διαδικτύου δύο γάτες να μαλώνουν και τις ονομάζουν "Ορθόδοξοι Έλληνες και Ορθόδοξοι Αρμένιοι". Δεν θα αγανακτούσαμε, αν κάποιοι στην διένεξη μας με τα Σκόπια εξίσωναν τις δύο πλευρές και έγραφαν"Σκοπιανοί Μακεδόνες" ή "Σλάβοι Μακεδόνες" και "Έλληνες Μακεδόνες"; Οι Έλληνες είναι Μακεδόνες και οι Μακεδόνες Έλληνες, οι Σλάβοι και οι Σκοπιανοί δεν ήσαν ούτε είναι Μακεδόνες. Και οι Μονοφυσίτες Αρμένιοι δεν μπορεί να είναι Ορθόδοξοι.
       Θα μπορούσε βέβαια να μην δώσει κανείς σημασία σε όλα αυτά και να μην ανοίξει ιστορικό και θεολογικό διάλογο με πρόσωπα που φαίνεται ότι αγνοούν, δεν μπορούν καν να συλλαβίσουν την ιστορική θεολογική γλώσσα. Επειδή όμως έστω και έτσι δίδεται η ευκαιρία να πληροφορηθούν οι πολλοί βασικά πράγματα, ακόμη και οι αγνοούντες και όχι εξωνημένοι δημοσιογράφοι, θεωρήσαμε καλό να παρουσιάσουμε σύντομα την ιστορία και την διαμόρφωση του καθεστώτος των Αγίων Προσκυνημάτων, για να φανούν οι αγώνες και οι θυσίες των Αγιοταφιτών εναντίον των αδίκων και παρανόμων διεκδικήσεων των Λατίνων εν πρώτοις και μαζί με αυτούς, πάντοτε επιθετικότερα και θρασύτερα, των Αρμενίων. Την απόφαση αυτή ενίσχυσε ένα αναπάντεχο σχόλιο της χαριτωμένης, αγωνιστικής και αιχμηρής κατά των κακώς εχόντων και κρατούντων επαρχιακής εφημερίδος "Αντιφωνητής", η οποία αποτελεί τιμή και καύχημα για την Ακριτική Θράκη, γιατί επιδεικνύει πολύ ευαισθησία και αντικειμενικότητα σε εθνικά θέματα. Τα Πανάγια Προσκυνήματα των Αγίων Τόπων είναι πρωτίστως εκκλησιαστικό, αλλά συγχρόνως είναι και μέγιστο εθνικό θέμα. Στεναχωρηθήκαμε λοιπόν, όταν στο φύλλο του "Αντιφωνητή" της 16.11.2008, στο οπισθόφυλλο και στην στήλη "Αντιφωνήματα" διαβάσαμε το εξής απρόσμενο σχόλιο: "Για τέταρτη χρονιά είχαμε συμπλοκές Ελλήνων και Αρμενίων κληρικών στα Ιεροσόλυμα. Αυτή η υπέρτατη άμφω ξεφτίλα πότε θα τελειώσει";
       Υπάρχει στο σχόλιο μια υπέρτατη ιστορική και ηθική αδικία εις βάρος των Ελλήνων κληρικών, μία υπέρτατη άδικη εξίσωση ιδιοκτητών και κλεπτών, επιτιθεμένων και αμυνομένων, αιρετικών και Ορθοδόξων.
       Ενισχυθήκαμε, ακόμη περισσότερο, όταν στην εκπομπή "Εμπόλεμη Ζώνη", που μεταδόθηκε από το κανάλι Mega στις 30 Δεκεμβρίου, ώρα 12 το βράδυ, με θέμα τα επεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Αρμενίων, ενώ περιμέναμε από ένα Ελληνικό κανάλι και από Έλληνες δημοσιογράφους να αποδώσουν το δίκαιο στους Έλληνες Αγιοταφίτες, όχι μεροληπτικά, αλλά αντικειμενικά, όπως προκύπτει από την ιστορία και από την εκκλησιολογία, αυτοί έστησαν την εκπομπή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όχι απλώς να εξισώνονται Έλληνες και Αρμένιοι, αλλά η πλάστιγγα να γέρνει υπέρ των Αρμενίων. Λυπηθήκαμε μάλιστα πολύ, όταν ακούσαμε επώνυμο καθηγητή, τον Χρήστο Γιανναρά, να ισχυρίζεται, ότι όλος αυτό ο ανταγωνισμός για τα Πανάγια Προσκυνήματα οφείλεται σε μια αντικειμενοποίηση, ειδωλοποίηση των πραγμάτων και ότι ο ίδιος δεν ξέρει σε ποια πλευρά βρίσκεται το δίκαιο. Ώστε λοιπόν ο νέος άγιος των Ορθοδόξων, μάρτυς Φιλούμενος ο Κύπριος, που κατεσφάγη από τους Εβραίους φυλάσσοντας το Φρέαρ του Ιακώβ, και που το σκήνωμα του με τη Χάρη του Θεού παραμένει άφθαρτο και θαυματουργεί, είχε ειδωλοποιήσει το προσκύνημα που εφύλαγε; Όσοι ασχολήθηκαν επιστημονικά και έζησαν εμπειρικά στους Άγιους τόπους, όπως ο μεγάλος Πατριάρχης Δοσίθεος Ιεροσολύμων, ο μεγάλος ιστορικός και αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, και πολλοί άλλοι μέσα από τις πηγές και τα κείμενα, και όχι μέσα από φαντασίες και συλλογισμούς, ξέρουν ποιος έχει δίκαιο. Ας δούμε όμως σύντομα τα πράγματα ιστορικά και νομοκανονικά.
 
    3. Η μόνη νόμιμη τυπικά Εκκλησία βάσει των ιερών κανόνων είναι το πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
        Το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων με το ιδιόμορφο καθεστώς διοικήσεώς του από την Αγιοταφιτική Αδελφότητα, από τους αποστολικούς ακόμη χρόνους, αλλά ιδιαίτερα από την εποχή το Μ. Κωνσταντίνου και της μητέρας του της αγίας Ελένης, στους οποίους οφείλεται η οικοδόμηση και η ανάδειξη όλων σχεδόν των προσκυνημάτων, είχε και έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία επί της Αγίας Γης της Παλαιστίνης, και κατ' ακολουθίαν αναγνωρισμένη πλήρη κυριότητα εφ' όλων σχεδόν των Προσκυνημάτων, ως ένα από τα πέντε Πατριαρχεία, την γνωστή "Πενταρχία" των Πατριαρχών (Ρώμης, Νέας Ρώμης- Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), που αποτελούσαν τον κορυφαίο θεσμό διοικήσεως της Εκκλησίας. Το καθένα από τα πέντε Πατριαρχεία είχε τοπικά περιορισμένη δικαιοδοσία, όπως έχουν και όλες οι Μητροπόλεις και επισκοπές. Απαγορεύεται αυστηρά από τους ιερούς κανόνες, και μάλιστα από κανόνες Οικουμενικών Συνόδων που υπογράφτηκαν από όλους, η υπερόρια επέμβαση κάποιου πατριάρχου σε δικαιοδοσία άλλης τοπικής εκκλησίας. Μέχρι του σχίσματος και της αποκοπής της Ρώμης από τα άλλα Πατριαρχεία δεν θα διενοείτο ο πάπας να εγείρει αξιώσεις επί των Προσκυνημάτων της Παλαιστίνης, διότι ως παραβάτης ιερών κανόνων θα υφίστατο τις προβλεπόμενες κυρώσεις. Όσοι Λατίνοι κληρικοί και μοναχοί μετέβαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν ή να εγκαταβιώσουν εκεί, έπρεπε να έχουν την ευλογία και έγκριση του Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
       Ακόμη μετά την Αραβική κατάκτηση της Παλαιστίνης και παρά τους σποραδικούς διωγμούς και τις ληστρικές επιδρομές εναντίον μοναστηρίων, επισήμως το καθεστώς της πλήρους κυριότητος και ευθύνης του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων επί των Παναγίων Προσκυνημάτων όχι μόνον δεν διαταράχθηκε, αλλά αναγνωρίσθηκε, επικυρώθηκε και τηρήθηκε από τους Άραβες χαλίφες. Ο Χαλίφης Ομάρ που κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα (638) παρέδωσε στον Πατριάρχη Σωφρόνιο τον περίφημο Αχτιναμέ, έγγραφη δηλαδή συνθήκη, με την οποία χορηγούσε στο "βασιλικό" έθνος των Ρωμαίων (=Ελλήνων) ασφάλεια ζωής, ελευθερία άσκησης των της θρησκείας και πλήρη κυριότητα επί των Προσκυνημάτων, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, ως και υπαγωγή όλων των άλλων Χριστιανών υπό τον πατριάρχη Ιεροσολύμων: "Και εις το είναι τα λοιπά εκεί ευρισκόμενα χριστιανικά έθνη Νασαρίδων, ήτοι Ναζωραίων (οίον Ίβηρες και Χαμπέσιοι) και εκείνη οίτινες έρχονται χάριν προσκυνήσεως Φράγκοι, Κόπται, Συριανοί, Αρμένιοι, Νεστοριανοί, Ιακωβίται και Μαρωνίται υποκείμενη και ακόλουθοι εις τον ρηθέντα Πατριάρχην και αυτός πρωτεύει και να προηγείται αυτών" (βλ. σημ. 3).

4. Οι Λατίνοι κατακτητές και σφετεριστές
         Τα πράγματα άλλαξαν μετά το σχίσμα και στις σταυροφορίες, τον 11ο και 12ο αιώνα. Ο πάπας μετέβαλε το πρωτείο τιμής σε πρωτείο εξουσίας και δικαιοδοσίας εφ' όλου του χριστιανικού κόσμου, ως μόνος και απόλυτος εκκλησιαστικός μονάρχης, το επέβαλαν δε δια της βίας για πρώτη φορά στην ανατολή οι επαίσχυντες σταυροφορίες των Φράγκων. Μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους το 1009 εγκατέστησαν ως κατακτητές, όπως κάνουν σήμερα οι Αμερικανοί ανά τον κόσμο με τα διάφορα προτεκτοράτα τους, εναντίον των ιερών κανόνων παράνομο λατινικό πατριαρχείο. Εξεδίωξαν τους κανονικούς Έλληνες πατριάρχες, οι οποίοι έμεναν πλέον μακράν των Ιεροσολύμων, και κατέλαβαν δια της στρατιωτικής βίας όλα τα ιερά Προσκυνήματα και τα κτήματα των ναών και των μονών. Ανέχθηκαν βέβαια την παραμονή των Αγιοταφιτών μοναχών, οι οποίοι όμως ήσαν τώρα φιλοξενούμενοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία του Λατίνου Πατριάρχου. Η θέση και το κύρος τους βελτιώθηκε όταν, όπως διηγείται αυτόπτης λατίνος μάρτυς, ο Πουλχέριος, κατά το Πάσχα του 1101, παρόντος του Λατίνου βασιλέως Βαλδουίνου, παρά τις επίμονες προσευχές του λατινικού κλήρου και του ιδίου του βασιλέως προ του Παναγίου Τάφου, οι οποίες παρετάθησαν και στην ημέρα του Πάσχα, το Άγιο Φώς δεν βγήκε, παρά μόνον όταν αποχώρησαν οι Λατίνοι απογοητευμένοι κι έμειναν προσευχόμενοι θερμά οι Έλληνες Αγιοταφίτες, από τους οποίους προσέτρεξαν οι Λατίνοι να πάρουν το Φως (βλ. σημ. 4), συναισθανόμενοι στο βάθος την από τον ίδιο τον Θεό απόρριψη της παράνομης και βίαιης κατοχής των Παναγίων Προσκυνημάτων. Από τότε η τελετή του Αγίου Φωτός ακόμη και επί της εποχής των Σταυροφόρων και μέχρι σήμερα παρέμεινε καθαρά ελληνική τελετή, εκτός από την γνωστή απόπειρα των Αρμενίων που επέτυχαν μεν να εξαγοράσουν την άδεια από τους Οθωμανούς, απέτυχαν όμως να λάβουν το Φως, όπως και θα εκθέσουμε στη συνέχεια.
       Εκτός πάντως από το θαύμα αυτό του αγίου Φωτός φαίνεται και από άλλα γεγονότα ότι και οι ίδιοι οι Σταυροφόροι, παρά την παράνομη κατοχή των ιερών Προσκυνημάτων, θεωρούσαν τους Έλληνες ως κανονικούς κατόχους και ιδιοκτήτες, όπως φαίνεται και εκ του ότι επέτρεψαν με παρέμβαση και χρηματοδότηση του αυτοκράτορος της Ρωμανίας (=Βυζάντιο) Μανουήλ Κομνηνού να γίνουν εκτεταμένες επισκευές και διακοσμήσεις στα προσκυνήματα και στα Μοναστήρια (1169), όπως είχε γίνει ενωρίτερα και επί Αραβοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο, τον προηγούμενο αιώνα (1041-1048) (βλ. σημ. 5).
       Οι "παρένθετοι" πάντως Λατίνοι πατριάρχες, όπως ορθά χαρακτηρίζονται από τον εκ Κρήτης Ιωάννη Φωκά, αξιωματούχο του Μανουήλ Κομνηνού, που επισκέφθηκε το 1187 την Παλαιστίνη, εφοβούντο τόσο πολύ την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής νομιμότητος και την επάνοδο του κανονικού Πατριάρχου στα Ιεροσόλυμα, ώστε, όταν με ενέργειες του αυτοκρά- τορος Μανουήλ Κομνηνού αναγνωρίσθηκε ο εκλεγείς το 1170 πατριάρχης Λεόντιος Β΄ (1170-1190) ως νόμιμος πατριάρχης και από τους Λατίνους βασιλείς, οι Λατίνοι κληρικοί και μοναχοί δεν του επέτρεψαν ούτε να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο, ούτε να εισέλθει στον ναό της Αναστάσεως. Προπηλακιζόμενος από τους Λατίνους ο πατριάρχης Λεόντιος και φοβούμενος τις ταραχές μεταξύ Ορθοδόξων και Λατίνων αναγκάσθηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη (βλ. σημ. 6).
       Ο χαρακτηρισμός της λατινοκρατίας ως παρενθέσεως και των Λατίνων πατριαρχών ως "παρενθέτων" εκφράζει διαχρονικά την ιστορική και εκκλησιαστική πραγματικότητα. Η λατινοκρατία καταλύθηκε σε λίγο, οι δε διαδοχικά καταλαβόντες τα Ιεροσόλυμα σουλτάνοι, ο Αιγύπτιος Σαλαχεδδίν (1187) και οι μετά από αυτόν Μαμελούκοι σουλτάνοι της Αιγύπτου, εξεδίωξαν τους σταυροφόρους από την Παλαιστίνη και αποκατέστησαν τους Έλληνες ως νόμιμους κατόχους των ιερών προσκυνημάτων, χωρίς να λείψουν κατά περιόδους διωγμοί εναντίον των Ορθοδόξων και αρπαγές ναών και κτημάτων, ιδιαίτερα μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453) από τους Τούρκους. Τότε έπαυσε η ευεργετική και ισχυρή προστασία των Ρωμαίων (=Ελλήνων) αυτοκρατόρων. Οι δε Μαμελούκοι σουλτάνοι της Αιγύπτου κατά το διάστημα αυτό του δευτέρου μισού του 15ου αιώνος και των αρχών του 16ου αιώνος, μέχρι δηλαδή της καταλύσεως του κράτους των Μαμελούκων και της κατακτήσεως της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου από τους Οθωμανούς Τούρκους (1517), προκάλεσαν πολλά δεινά στην εκκλησία των Ιεροσολύμων και στα Ιερά Προσκυνήματα. "Επί πεντηκονταετίαν όλην, αφ' ου χρόνου εάλω η Βασιλεύουσα, ουδεμία σχεδόν υπήρχε των λοιπών Εκκλησιών προς την των Ιεροσολύμων επικοινωνία, ουδείς ήρχετο προσκυνητής εις τους αγίους Τόπους, ουδείς ουδαμόθεν εφαίνετο επίκουρος της Μητρός των Εκκλησιών. Οι Έλληνες μοναχοί κατεδιώκοντο υπό των αγριών της χώρας δεσποτών Μαμελούκων, τα Προσκυνήματα ήσαν εγκαταλελειμμένα, οι ναοί σεσαθρωμένοι, και ετοιμόρροποι, οι Πατριάρχαι αποχειροβίωτοι,αποκωλυόμενοι υπό των Μαμελούκων και απ' αυτής της ελευθέρας των θρησκευ- τικών καθηκόντων επιτελέσεως" (βλ. σημ. 7).
 
    5. Επί Οθωμανών (1517-1910) βελτιώθηκε η κατάσταση. Το διαμορφωθέν καθεστώς (Status Quo) αδικεί τους Αγιοταφίτες.
       Η κατάσταση βελτιώθηκε από της κυριαρχίας των Οθωμανών, οι οποίοι δια σουλτανικών φιρμανίων ανανέωσαν τον Αχτιναμέ του Ομάρ του 638. Ήδη αμέσως μετά την κατάκτηση της Παλαιστίνης ο σουλτάνος Σελήμ Α΄ (1512-1520) με νέο Αχτιναμέ ορίζει: Οι Ρωμαίοι "τας εντός και εκτός της Ιερουσαλήμ κειμένας εκκλησίας και μοναστήρια ίνα έχωσι πάλιν καθώς και απ' αρχής υπό την κυριότητα αυτών και χρήσιν κατά τον ιερόν Αχτιναμέ του Ομάρ και τους ορισμούς των προαπελθόντων βασιλέων... και ίνα ώσι ελεύθεροι διόλου από όλα τα βίαια δοσίματα και ίνα μη ενοχλώνται από κανένα άλλο έθνος, κατά τον παρόντα μου ιερόν ορισμόν, αλλ' από πασών των φυλών ο Πατριάρχης των Ρωμαίων πρωτεύη" (βλ. σημ. 8).
      
Δυστυχώς η επισήμως αναγνωριζόμενη και διαχρονικά ισχύουσα κυριότης των Ορθοδόξων Ελλήνων, επί των Παναγίων Προσκυνημάτων, παραβιάσθηκε πολλές φορές από τους αλλοεθνείς και αλλοδόξους, δια δύο αποτελεσματικών μέσων. Είτε δια της εξαγοράς αξιωματούχων Μουσουλ- μάνων με τεράστια χρηματικά ποσά, όπου διέπρεψαν κυρίως οι Αρμένιοι, είτε δια πολιτικών και διπλωματικών πιέσεων, κυρίως υπέρ των Λατίνων από μεγάλα και ισχυρά χριστιανικά κράτη της Ευρώπης (Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Ολλανδία), σε περιόδους μάλιστα πολιτικής και στρατιωτικής εξασθένησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η απ' αρχής ιδιοκτησία και κατοχή των Προσκυ-νημάτων από την Αγιοταφιτική αδελφότητα έγινε στόχος ενοχλήσεων και διεκδικήσεων. Όλα όσα σήμερα κατέχονται από τους άλλους χριστιανικούς λαούς, τόποι και λειτουργικά δικαιώματα είναι υφαρπαγή και υπεξαίρεση ξένων πραγμάτων και δικαιωμάτων, που ανήκουν αποκλειστικά κατοχή και δικαιοδοσία της μόνης κανονικής και με αδιατάρακτη ιστορική συνέχεια ελληνορθόδοξης Εκκλησίας Ιεροσολύμων, και στο ιστορικά ελληνόφωνο ποίμνιο της, το οποίο ήταν πολυπληθές, αλλά εκλάπη και αυτό μέσα στις δύσκολες ιστορικές συνθήκες. Γλωσσικά εξαραβίσθηκε σχεδόν στο σύνολο του, μεγάλο μέρος παρά ταύτα εκράτησε την Ορθόδοξη πίστη και αυτοσυνειδησία, υφιστάμενο μέχρι σήμερα άγριο και ανηλεή προσηλυτισμό, μέσω της Ουνίας κυρίως των Παπικών. Έκαναν το παν οι Λατίνοι για να μεταστρέψουν από τον εντόπιο πληθυσμό Ορθοδόξους στον Λατινισμό και να δικαιολογούν τοπικά την παρουσία τους, ως έχοντες ποίμνιο. Μέχρι του 1550 δεν υπήρχε ούτε ένας Λατίνος στην Βηθλεέμ. Μέχρι που στεκόταν όρθια και ισχυρή η Ρωμανία του Βυζαντίου είχαν οι Αγιοταφίτες πολιτική κάλυψη και προστασία απέναντι στους Μουσουλμάνους και στα ισχυρά δυτικά κράτη. Επί αιώνες κράτησαν τα Πανάγια Προσκυνήματα μόνο με την δύναμη του Θεού, αληθινοί Φύλακες του Παναγίου Τάφου, διωκόμενοι και ταλαιπωρούμενοι, συκοφαντούμενοι και προπηλακιζόμενοι. Εγνώριζαν ότι αγωνίζονται προς ωφέλειαν όχι μόνον του Γένους αλά κυρίως της Ορθοδοξίας, όπως άριστα επισημαίνει ο εμβριθής γνώστης και συγγραφεύς της Ιεροσολυμιτικής ιστορίας, αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος: "Η υπό των Αρμενίων και Λατίνων κατάληψις των Προσκυνημάτων θα ήτο μεγίστη ζημία δια το ημέτερον Γένος, όπερ επί μακρούς αιώνας και υπό περιστάσεις δυσχερεστέρας διέσωσεν αυτά, ως καθιδρύματα αυτού και ιερά σεβάσματα, αλλ' επί πλέον έμελλε να συνεπαγάγη μεγίστην ζημίαν και δια την καθόλου Ορθοδοξίαν, ήτις θα εξετοπίζετο εκ της κοιτίδος του Χριστιανισμού" (βλ. σημ. 9). Το ισχύον σήμερα καθεστώς (Status Quo) δεν διασφαλίζει τα πλήρη δικαιώματα των Αγιοταφιτών. Είναι προϊόν υποχωρήσεων και συμβιβασμών και πιέσεων Μεγάλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα τη Γαλλίας. Ακόμη και η μεγάλη ομόδοξη Ρωσία επιχειρήσασα να προστατεύσει τα Πανάγια Προσκυνήματα, δεν κατόρθωσε να διασφαλίσει ιστορικώς και νομοκανονικώς κατοχυρωμένα πλήρη δικαιώματα των Αγιοταφιτών επί των Παναγίων Προσκυνημάτων. Επειδή υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση των ενδιαφερομένων ισχυρών, και ο καθένας επεδίωκε να επιβάλει τις δικές του επιδιώξεις, συμφωνήθηκε να παραμείνουν τα πράγματα, όπως είχαν διαμορφωθή μέχρι τότε, (Status Quo), αναγνωριζομένων δηλαδή των αθεμίτων αρπαγών και κλοπών των Λατίνων και των Αρμενίων. Χαρακτηριστικό του πείσματος και της αδηφάγου πλεονεξίας των Λατίνων μοναχών είναι το σωζόμενο από τον μεγάλο Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεο ότι τον επιτευχθέντα σε κάποια περίοδο ειρηνικό διακανονισμό και γενόμενο αποδεκτό από τον εν Κωνσταντινουπόλει Λατίνο επίσκοπο και από τη Ρώμη απέρριψαν οι φανατικοί Φράροι (=μοναχοί, πατέρες) των Ιεροσολύμων, για τους οποίους ο ίδιος ο Λατίνος επίσκοπος είπε: " Οι Φράροι τότε ποιούσι μεθ' υμών αγάπην, ότε δώσετε αυτοίς πάντα τα προσκυνήματα και τας εκκλησίας", διαφορετικά "και τον άγιον τάφον, ει το γε νύν ήδη αυτοίς δώσετε, αυτοί ειρήνη τι εστίν ου γινώσκουσι" (βλ. σημ. 10). Η μικρή Ελλάδα κατά τα μέσα και το τέλος του 19ου αιώνος, οπότε εκυρώθη το προσκυνηματικό καθεστώς, αδυνατούσε να παίξει ουσιαστικό ρόλο. θα θελήσει άραγε τώρα που είναι ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, να αναλάβει τη συνέχιση της προστασίας των Ρωμαίων αυτοκρατόρων; Έχει συνείδηση της σημασίας και της παγκόσμιας ακτινοβολίας των Αγίων Τόπων;
       Σε κάθε περίπτωση πάντως τα ευρωπαϊκά δικαστήρια που εδικαίωσαν ελληνικά μοναστήρια, την περιουσία των οποίων με νόμο του 1987 ήθελε να αρπάξει το ελληνικό κράτος, στηριχθέντα από βυζαντινά χρυσόβουλλα και στα Οθωμανικά Φιρμάνια, την ισχύ των οποίων αμαθώς και ανοήτως αμφισβητούν εκκλησιομάχοι πολιτικοί και δημοσιογράφοι, υποσκάπτοντες και τα Πανάγια Προσκυνήματα και χαροποιούντες τους ανά τους αιώνες διεκδικητάς, ελπίζουμε να δείξουν ευθυκρισία και την αμεροληψία τους, αν κάποιοι επιχειρήσουν με νέες συμφωνίες και συμμαχίες να αλλάξουν το καθεστώς εις βάρος της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Το καθεστώς αυτό στηρίζεται στο σουλτανικό Χάττι-Σερίφ που επιδόθηκε στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Κύριλλο Β΄ το 1852 και επικυρώθηκε κατόπιν από την συνθήκη του Βερολίνου (1878), η οποία με το 63ο άρθρο της ορίζει "ότι ουδεμία αλλοίωσις δύναται να επενεχθή εις το Καθεστώς (STATUS QUO) εν τοις Αγίοις Τόποις" (βλ. σημ. 11). Κανονικά οι Αγιοταφίτες πρέπει να ζητήσουν επανάκτηση πλήρη των επί αιώνες νομίμων κεκτημένων και εκδίωξη των κλεπτών και καταπατητών από τα παρανόμως κατεχόμενας.
 
6. Δολοπλόκοι, κακότροποι και φιλάρπαγες οι Αρμένιοι
       Προκλητικότεροι και θρασύτεροι μετά τους Λατίνους είναι οι Αρμένιοι, οι οποίοι, απέκτησαν κά- ποιους τόπους και κάποια λειτουργικά δικαιώματα με χρηματισμούς και δολοπλοκίες, εκμεταλ-λευόμενοι ιστορικές δυσχέρειες των Ελλήνων στις σχέσεις τους με τους Οθωμανούς.
       Ευγενείς και συνεργάσιμοι, χωρίς να δημιουργούν προβλήματα, είναι οι Κόπτες και οι Αβυσ- σίνιοι, Μονοφυσίτες και αυτοί, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν την υπό του Αιγυπτίου Σαλαχεδδίν (Σαλαδίν) εκδίωξη των Λατίνων και παρά την επιστροφή των Παναγίων Προσκυνημάτων στους Έλληνες εισέδυσαν σε τμήμα του ναού της Αναστάσεως, στον ναό της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού και στον ναό της Γεννήσεως στην Βηθλεέμ.
       Οι Αρμένιοι πρός τους οποίους οι σύγχρονοι Έλληνες νιώθουμε κάποια συμπάθεια, λόγω της κοινής με εμάς μαρτυρικής τους μοίρας και πορείας κάτω από τους Τούρκους στις αρχές του 20ου αιώνος, πού συνέβησαν οι γενοκτονίες Αρμενίων και Ελλήνων, συμπεριφέρθηκαν και συμπεριφέ-ρονται δυστυχώς ανά τους αιώνες έναντι των Ελλήνων Αγοταφιτών με πολλή σκληρότητα και αγριότητα, επιχειρούντες να κρατήσουν τα παρανόμως αποκτηθέντα και να αποκτήσουν ακόμη περισσότερα, χωρίς να έχουν κανένα ιστορικό και νομοκανονικό δικαίωμα, ούτε ακόμη και το αποκρουστικό δίκαιο του ισχυροτέρου, όπως συνέβη με τους κατακτήσαντες στρατιωτικά την Παλαιστίνη Λατίνους μέσω των σταυροφοριών, αφού ουδέποτε ούτε ως γηγενείς ούτε ως κατακτητές απέκτησαν σχέση με την γη της Παλαιστίνης. Γεωγραφικά η Αρμενία κατέχει την γνωστή γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μικρά Ασία. Επί αιώνες ήταν επαρχία της Ρωμανίας του Βυζαντίου, η δε Εκκλησία της είχε περιορισμένη τοπική δικαιοδοσία μέσα στα εθνικά γεωγραφικά όρια της επικρατείας των Αρμενίων. Όπως ο πάπας, ως πατριάρχης της Δύσεως, δεν δικαιούται να έχει οποιαδήποτε δικαιοδοσία στην γη της Παλαιστίνης, όπου αποκλειστικά ασκεί την εκκλησιαστική δικαιοδοσία ο πατριάρχης των Ιεροσολύμων επί κεφαλής της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος, έτσι και ο Πατριάρχης των Αρμενίων έχει τοπική εκκλησιαστική δικαιοδοσία στα γεωγραφικά όρια της Αρμε- νίας.
       Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, στο δωδέκατο βιβλίο της Δωδεκαβίβλου, αφιερώνει πολλά κεφάλαια στις εναντίον των Ελλήνων δολοπλοκίες και απάτες των Αρμενίων, με τις οποίες κατόρθωναν ιδιαίτερα με την προσφορά πολλών χρημάτων σε Τούρκους Βεζίρηδες και άλλους αξιωματούχους, να εξαγοράζουν ιερούς τόπους και λειτουργικά δικαιώματα. Τους ονομάζει "κακό-τροπον γένος και φονικόν", και περιγράφει αναλυτικά πολλές απάτες και δολοπλοκίες τους για την απόκτηση ιερών προσκυνημάτων. Παρουσιάζει μάλιστα την εκδίκαση του αιτήματος των "του ποιήσαι αυτούς την τάξιν του αγίου φωτός" από ανώτατο Τούρκο δικαστή, ο οποίος δεν άργησε να εκδώσει σωστή απόφαση και μόνο από μία απάντηση που έλαβε από ερωτηθέντα Αρμένιο: "Από τίνων δηλονότι έλαβεν ο Ώμερ (=Ομάρ) την Ιερουσαλήμ και ακούσας παρ' αυτού ότι από των Ρωμαίων είπε. Και τι κοινόν λοιπόν Αρμενίοις και τη Ιερουσαλήμ; Και λοιδορήσας τον Κατήν ήτοι τον Κριτήν δια την αναφοράν (την υπέρ των Αρμενίων) και τους γραμματείς δι' αυτό τούτο, διωρίσατο είναι τα πρωτεία των Ρωμαίων (= Ελλήνων) (βλ. σημ. 12).
      
Ουδέποτε βέβαια το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων παρενέβαλε εμπόδια στους προσκυνητάς οποιουδήποτε έθνους και οποιασδήποτε χριστιανικής ομολογίας, όπως γίνεται μέχρι σήμερα, ώστε να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στα Πανάγια Προσκυνήματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα τους αναγνωρίσει και δικαιώματα κατοχής και ιδιοκτησίας, με καταπάτηση των ιστορικά και εκκλησιο-λογικά ιδικών του δικαίων. Αυτό θα εσήμαινε να ζητήσουμε οι Έλληνες και άλλοι χριστιανικοί λαοί από το Βατικανό, να μας αναγνωρίσει ιδιόκτητους χώρους στον ναό του Αγίου Πέτρου στην Ρώμη, στον ναό του Αγίου Παύλου επίσης ή στις κατακόμβες, επειδή πηγαίνουμε να προσκυνήσουμε εκεί τους τάφους των Αποστόλων και των Μαρτύρων. Να φθάσουμε μάλιστα μέχρι του σημείου να παρεμποδίζουμε με ποικίλους τρόπους τις ακολουθίες των Λατίνων, όπως συστηματικά κάνουν μέχρι σήμερα με μεγάφωνα και άμουσες κραυγές στον ναό της Αναστάσεως και στα πέριξ Λατίνοι και Αρμένιοι.
       Κανένας δεν ημπορεί ιστορικά να αρνηθεί το γεγονός της παρουσίας Αρμενίων στους Αγίους Τόπους, όπως συνέβαινε και συμβαίνει με όλους τους χριστιανικούς λαούς, λόγω της ιδιαίτερης και μοναδικής γοητείας που ακούν τα Πανάγια Προσκυνήματα. Όσο καιρό μάλιστα οι Αρμένιοι ήσαν ενωμένοι με την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, πριν δηλαδή να παρασυρθούν από Σύρους στην αίρεση του Μονοφυσιτισμού και στραφούν επίσημα εναντίον της Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, εγίνοντο δεκτοί στις Ορθόδοξες Μοναστικές αδελφότητας ως μοναχοί, όπως συνέβαινε στην Ιερά Λαύρα του αγίου Σάββα, ο οποίος μαζί με τον άγιο Θεοδόσιο έσωσαν την Εκκλησία Ιεροσολύμων και όλη την Εκκλησία από τον Μονοφυσιτισμό, τον υποστηριχθέντα και από βυζαντινούς αυτοκράτορες.
    Δεν μπορούμε βέβαια στα μικρά πλαίσια ενός άρθρου να παρουσιάσουμε αναλυτικά της παράνομες ενέργειες των Αρμενίων για αρπαγή ιερών προσκυνημάτων και δικαιωμάτων. Ίσως μελλοντικώς να συνθέσουμε σε ένα άρθρο και να παρουσιάσουμε όσα ο πατριάρχης Δοσίθεος και άλλοι τους καταμαρτυρούν. Θα περιορισθούμε μόνο στην εκ μέρους του Θεού θαυματουργική απόρριψη της μέχρι σήμερα επαναλαμβανόμενης επιθυμίας τους να διώξουν τον Έλληνα πατριάρχη και να βγάλουν αυτοί το Άγιο Φως από τον Πανάγιο Τάφο. Ήδη μνημονεύσαμε κάποια προσπάθεια τους εξαγοράς Οθωμανών αξιοματούχων, ου έφθασε μέχρι των αρχιδικαστή, "του ποιήσαι αυτούς την τάξιν του αγίου φωτός". Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση το 1549 οι Αρμένιοι κατόρθωσαν να δωροδοκήσουν τον Τούρκο διοικητή ή κατ' άλλους τον ίδιο τον Σουλτάνο Μουράτ, ώστε να απαγορευθεί στον πατριάρχη Σωφρόνιο Δ΄ να βγάλει το Άγιο Φως, αντ' αυτού δε να εισέλθει στον Πανάγιο Τάφο ο Αρμένιος Πατριάρχης. Οι φρουροί έκλεισαν την Αγία Πόρτα και ο πατριάρχης Σωφρόνιος μαζί με τους άλλους Ορθοδόξους κληρικούς και μοναχούς έμειναν έξω από την Πύλη προσευχόμενοι και παρακαλούντες να δώσει ο Θεός το φως στους Αγιοταφίτες και όχι στους δολοπλόκους και σφετεριστάς Αρμενίους. Πράγματι την ορισμένη ώρα που βγαίνει το Άγιο Φως σκίστηκε η γρανιτένια εξωτερική κολώνα αριστερά της Πύλης, που μένει μέχρι σήμερα σχισμένη, και από την σχισμή βγήκε το Άγιο Φως και άναψε τα κεριά που είχε στα χεριά του ο Ορθόδοξος Πατριάρχης, ενώ ο Αρμένιος δεν κατόρθωσε να βγάλει το Άγιο Φως και ντροπιασμένος έφυγε. Λέγεται μάλιστα ότι το αξιοθαύμαστο αυτό γεγονός είδε και το μαρτύρησε ο εμίρης Τούνομ, που ήταν φρουρός στην Αγία Πόρτα. Από το θαύμα αυτό πίστεψε και έγινε Χριστιανός, γι' αυτό και οι Τούρκοι τον σκότωσαν, ώστε να μη διαδοθεί το γεγονός. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο εμίρης βρισκόταν πάνω στον μιναρέ του παρακείμενου τζαμιού και προσευχόταν. Όταν αντελήφθη το θαύμα φώναξε: "Αυτή είναι η αληθινή πίστη", και έπεσε κάτω στην γη χωρίς να πάθει τίποτε. Οι Τούρκοι για την αλλαξοπιστία του τον έκαψαν ζωντανό. Οι χριστιανό πήραν το σώμα του και το έθαψαν. Μέρος από τα οστά του φυλάσσεται στο Μοναστήρι της Μεγάλης Παναγίας (βλ. σημ. 13).
   
7. Το χρέος όλων μας
       Αυτή είναι, πέραν πάσης αμφιβολίας, η αληθινή ιστορικά και εκκλησιολογικά εικόνα για τα Πανάγια Προσκυνήματα. Οι Αγιοταταφίτες νομικά και ηθικά, κατά διαχρονική αναγνώριση, είναι οι κληρονόμοι των κτητόρων, αλλά και οι έχοντες την τοπική εκκλησιαστική δικαιοδοσία, ως επίσκοποι, κληρικοί και μοναχοί της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, της Μητρός των Εκκλησιών. Είναι μοναδικό προνόμιο που έδωσε ο Θεός από τους Αποστολικούς Χρόνους, το ενίσχυσε με το έργο των αγίων Θεοστέπτων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης και των άλλων ευσεβών βασιλέων της Ρωμανίας, αλλά και αρχόντων Ρωμιών επί Τουρκοκρατίας, ως και του ευσεβούς λαού των Ορθοδόξων, και το διατηρεί μέχρι σήμερα, παρά το ότι οι εσχάτως αλλοιωμένοι σε Φράγκους Ρωμιοί, κληρικοί και λαϊκοί, ακόμη και μοναχοί, δεν κατανοούν επαρκώς την σημασία και το βάρος αυτής της τιμής. Όλοι οι χριστιανικοί λαοί κάνουν το παν, χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να νομιμοποιήσουν ελάχιστη πρόσβαση και κατοχή στα Πανάγια Προσκυνήματα, να αποκτήσουν μια σπιθαμή εδάφους της Αγίας Γης. Αν άλλα έθνη είχαν αυτό το προνόμιο, θα διέθεταν από πλευράς προσώπων ό,τι εκλεκτότερο, ό,τι άριστο, για να εκπροσωπεί την Αγία Ρωμιοσύνη, τους Αγίους Αποστόλους, τους μεγάλους Αγίους Πατέρες και ασκητές της Παλαιστίνης. Αντί όμως να ενισχύουμε με ανθρώπινο δυναμικό και με άλλα μέσα τους Αγιοταφίτες, τους αφήνουμε λίγους, πτωχούς και καταφρονεμένους. Πως να επαρκέσουν και να αντέξουν το τεράστιο βάρος της φροντίδος και της διαφύλαξης των Προσκυνημάτων, αλλά και της διαποίμανσης του ορθοδόξου ποιμνίου οι ελάχιστοι και κουρασμένοι Αγιοταφίτες; Πρέπει να στείλουμε ανθρώπους ικανούς, υγιείς στην πίστη και στο ήθος, για να ξεκουράσουν τους παλιούς και να ανεβάσουν πνευματικά το επίπεδο της Αδελφότητος.
       Όσοι τώρα πάντως βρίσκονται εκεί είναι άξιοι επαίνων για τις θυσίες και τους κόπους τους και όχι εξουθενωτικών και ισοπεδωτικών σχολίων για τους αγώνες τους. Παλαιός, μη επιζών Αγιοταφίτης, ο Μητροπολίτης Γάζης Στέφανος έλεγε σε Ελλαδίτες προσκυνητές: "Να είσθε επιει- κείς, πατέρες και αδελφοί, αν δήτε κάτι στραβό εδώ στους Αγίους Τόπους. Πρέπει νάχει κανείς υπομονή μάρτυρα για να ζήσει και να εργασθεί ως ορθόδοξος κληρικός εδώ. Και αυταπάρνηση. Προσεύχεσθε να μας δίνει φωτισμό και σύνεση ο Κύριος" (βλ. σημ. 14).
       Ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος αναφερόμενος στους αγώνες που έκαναν λατίνοι και Αρμένιοι, ώστε να περιληφθούν στο επικυρούμενο τον 19ο αιώνα καθεστώς (Status Quo) ως συμμέτοχοι των Ελλήνων, λέγει μεταξύ άλλων τα εξής επαινετικά για τους Αγιοταφίτες, αλλά και για την σημασία που έδινε παλαιότερα το Γένος στα Πανάγια Προσκυνήματα: "Οι αγώνες ούτοι υπήρξαν, δυστυχώς, λυπηρόν θέαμα δεινής διαμάχης των χριστιανικών λαών περί τον άγιον του Κυρίου Τάφον, αλλ' οι Έλληνες, ανέκαθεν κατέχοντες τα ιερά Προσκυνήματα, ιδρυταί αυτών, κτήτορες και ανακαινισταί γενόμενοι, επί μακρούς χαλεπούς αιώνας φυλάξαντες αυτά, αγωνισθέντες υπέρ αυτών προ της σταυροφορικής κινήσεως των άλλων χριστιανικών λαών και μετ' αυτήν, καθήκον είχον ν' αμυνθώσι και να υποστηρίξωσι την "πατρικήν και προγονικήν αυτών κληρονομίαν", ως έλεγεν ο μέγας Πατριάρχης Δοσίθεος, εν κρισιμωτάτη περιστάσει του προσκυνηματικού αγώνος. Εν τη αμύνη αυτών ταύτη ευρέθησαν, κατ' αρχάς, ανίσχυροι ίν' αγωνισθώσι προς πολυδύναμους αντιπάλους, ου μόνον πλούτον αλλά και πολιτικά μέσα μεταχειριζομένους προς επικράτησιν εν τοις Προσκυνήμασιν. Ευτυχώς όμως διωργανωθή μεν εσωτερικώς η Αγιοταφιτική Αδελφότης, έτυχε δε της ολοπροθύμου συνδρομής του Ελληνικού Γένους, όπερ αντεπροσώπευεν εν τοις Προσκυνήμασιν. Άνευ των εκτάκτων και κολοσσιαίων ηθικών και υλικών θυσιών του Γένους αδύνατος ήτο η διεξαγωγή του αγώνος. Κατ' αυτόν πολύ ευλόγως εθεωρήθη το ζήτημα των Προσκυνημάτων, ως ζήτημα αυτής της υπάρξεως της ορθοδόξου Εκκλησίας εν τη Ανατολή, ζήτημα αυτής της υπάρξεως του Ελληνικού Γένους, ως ορθοδόξου χριστιανικού. Ο κίνδυνος του αγίου Τάφου εφαίνετο μείζων παντός άλλου εθνικού και θρησκευτικού κινδύνου, τούτου δ' ένεκα η απαίτησις αδιαπαύστων θυσιών εύρισκεν, επί αιώνας ολοκλήρους, πρόθυμον το Γένος. Τα ζητήματα του αγίου Τάφου, πάγκοινον προκαλούντα το ενδιαφέρον, ήσαν τα μόνο ζητήματα εν οις ελευθέρως εξεδηλούτο το φρόνημα αυτού, εν τη συνειδήσει δε αυτού ο άγιος Τάφος μετά των λοιπών αγίων Προσκυνημάτων προσέλαβεν όλως εκτάκτον σημασίαν. Η συχνή εμφάνισις των Αγιοταφιτών και των Πατριαρχών της Ιερουσαλήμ, ανά τας πόλεις και τα χωρία, το προσκύνημα των ετησίως μεταβαινόντων εις Παλαιστίνην και δια κωδωνοκρουσιών και λιτανειών γινομένων, κατά την επάνοδον, δεκτών, τ' ανηρτημένα εν εκάστω ναώ των πόλεων και των χωρίων "κυτία του αγίου Τάφου", αι Εγκύκλιοι των Πατριαρχών, αι αφηγήσεις περί των αγώνων των ελληνικών Μοναχών κατά των "Φράγκων" και των Αρμενίων, πάντα ταύτα υπέθαλπον την μεγάλην και ενθουσιώδη αγάπην του Γένους προς τα Προσκυνήματα, εντεταμένην και αδιάπτωτον συνεκράτουν την προσοχή αυτού, είδομεν δε οπόση υπήρξεν η αγάπη αυτή κατά την ανοικοδόμησιν του Ναού της Αναστάσεως, ήτις ευλόγως εθεωρήθη ως "θαύμα της πίστεως των Ελλήνων". Αυτή δε η αφοσίωσις προς τον άγιον Τάφον και η αγάπη ήσκησε σπουδαιοτάτην επιρροήν επί της Θρησκευτικής και ηθικής καταστάσεως του Ελληνικού Γένους, υπήρξε, κατά μέγα μέρος, εις των ζωτικωτέρων παραγόντων του ακαταβλήτου εκείνου φανατισμού, προς απόκρουσιν της σκανδαλώδους κατηχήσεως των προπαγανδών προς θρησκευτικήν αποπλάνησιν του λαού συντόνως εργαζομένων, και της αφοσιώσεως των Ελλήνων εις την θρησκείαν και τας παραδόσεις των πατέρων.  Η ηθική αυτή σημασία του υπέρ των Προσκυνημάτων αγώνος ήτο καταληπτή και εξεδηλούτο εν πάση ευκαιρία. Πάντες κατενόουν ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων εκ των Προσκυνημάτων έμελλε να έχη σοβαρά επακολουθήματα δια την ορθοδοξίαν" (βλ. σημ. 15).
    Χρειάζεται από όλους και από τους Αγιοταφίτες αλλά και από τους απανταχού της γης άρχοντες και λογίους του Γένους να ζωντανέψουμε αυτήν την ωραία εικόνα της σύντονης και ομόθυμης προσπαθείας υπέρ των Παναγίων Προσκυνημάτων. Η μεν Αγιοταφιτική Αδελφότης εσωτερικά να διοργανωθεί και να ενισχυθεί, όλοι δε να υποκινήσουμε την αγάπη των πιστών και ιδιαίτερα των νέων προς τον Πανάγιο Τάφο και τα άλλα Ιερά Προσκυνήματα της Αγίας Γης.
    Μπορούμε με πολλές ενέργειες να αποθαρρύνουμε τους αλλοεθνείς και ετεροδόξους να εγείρουν διαρκώς διεκδικήσεις και προβλήματα. Οι Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες, ως διάδοχοι των αξιωματούχων της Ρωμανίας του Βυζαντίου. αλλά και των αρχόντων και λογάδων του Γένους επί Τουρκοκρατίας, πρέπει να αντιληφθούν ότι η διατήρηση των Παναγίων Προσκυνημάτων είναι μείζον εθνικό και εκκλησιαστικό θέμα, πρώτης προτεραιότητος. Οι εκκλησιαστικοί ταγοί στις ανταλλαγές επισκέψεων και φιλοφρονήσεων προς τους Αρμενίους να θέσουν με αυστηρότητα το θέμα της συμπεριφοράς των ομοεθνών τους, ει δ' άλλως να διακόψουν κάθε σχέση και κάθε διάλογο, για να συνετισθούν και οι Λατίνοι, οι ουδέποτε εγκαταλείψαντες τα σχέδια τους και αναμένοντες την κατάλληλη ευκαιρία να ανατρέψουν προς περαιτέρω όφελος των το υφιστάμενο Καθεστώς (Status Quo), που ήδη αδικεί τους Αγιοταφίτες. Οι τοπικοί άρχοντες, νομάρχες, δήμαρχοι κ.ά., καλούμενοι κάθε χρόνο στις τελετές των Αρμενίων για την γενοκτονία από τους Τούρκους, για την οποία όντως αξίζουν την συμπάθειά μας, να βρουν τρόπο να δείξουν την δυσαρέσκεια τους. Καλές είναι οι δημόσιες σχέσεις και οι ψηφοθηρίες προς  τις μειονότητες, αλλά όχι να προσβάλλεται και η ιστορική ευαισθησία της πλειονότητος των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι επίσκοποι και οι ηγούμενοι να μη προφασίζονται την τωρινή κατάσταση ως λόγο αρνήσεως να στείλουν στα Ιεροσόλυμα κληρικούς και μοναχούς . Αν δεν μεταβούν νέα πρόσωπα, νέο δυναμικό, πως θα αλλάξει η κατάσταση; Οι πνευματικοί και οι Γεροντάδες στον κόσμο, ας κατευθύνουν μερικά πνευματικά τους παιδιά προς τα Ιεροσόλυμα. Είναι εγωισμός να τα θέλουν όλα γύρω τους. Οι σύλλογοι πολυτέκνων, οι πολύτεκνοι αλλά και οι ολιγότεκνοι γονείς, ας φροντίσουν να ενισχύσουν την πολύ καλή Πατριαρχική σχολή της Σιών (Γυμνάσιο και Λύκειο) με την εγγραφή μαθητών. Η διαμονή και η σίτιση τους είναι εντελώς δωρεάν, ακόμη και οι προοπτικές περαιτέρω σπουδών σε ελληνικά πανεπιστήμια, αν δεν θελήσουν να γίνουν κληρικοί και μοναχοί, μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Δυνατή Αγιοταφιτική Αδελφότητα, αριθμητικά και πνευματικά, λειτουργεί αποτρεπτικά προς άνομες διεκδικήσεις και εκδηλώσεις.
      
Και προ παντός να προσευχόμαστε όλοι μας να αποκτήσει το Γένος εσωτερική ενότητα και συμφωνία επί των τιμαλφών που παραλάβαμε, και που τώρα απρόσεκτα αφήνουμε να περιφρονούνται και να ατιμάζονται με την δική μας συνέργεια. Αν αδιαφορήσουμε για τις παραδόσεις, τις αξίες, τους πατρογονικούς θησαυρούς μας, την κληρονομιά μας, θα έλθουν άλλοι να τα κληρονομήσουν και μεις θα μείνουμε με άδεια χέρια. Δεν θα μπορούν ούτε τα παιδιά μας να ξαναποκτήσουν, διότι θα έχουμε σκοτώσει τη μνήμη τους, δεν θα έχουν τίποτε μέσα τους, και ως εκ τούτου "ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος". Η θανάτωση της μνήμης των νέων είναι ο μεγαλύτερος και πιο ύπουλος κίνδυνος για το Γένος, η χειρότερη γενοκτονία, επειδή είναι κρυφή και αδιόρατη. Δεν γίνεται με όπλα, αλλά με την σχολική παιδεία και την αδίστακτη τηλεοπτική καταστροφή των αξιών, που μας συντήρησαν επί αιώνες.
 
  •  1. Ματθ. 5,39: "Εγώ δε λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ αλλ' όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην".
  • 2. Σχετικά με τους Αρμένιους και περί του αν είναι Ορθόδοξοι βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, "Είναι οι Αρμένιοι Ορθόδοξοι; Οι θέσεις του Μ. Φωτίου", εις Θεοδώρου Ζήση, Τα όρια της Εκκλησίας, Οικουμενισμός και Παπισμός, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 126-154. Του αυτού, "Η "Ορθοδοξία" των Αντιχαλκηδονίων Μονοφυσιτών", Αυτόθι σελ. 104-125.
  • 3. Βλ. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, Έκδοσις δευτέρα επηυξημένη, Αθήναι 1970, σελ. 286-287.
  • 4. Βλ. J. Mischaud, Histoire des Croisades, Paris 1856, τομ.1, σελ. 291. Το γεγονός διηγείται ως εξής ο αρχιεπίσκοπος καθηγητής Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ενθ' άνωτ., σελ. 426-427: "Διηγείται αυτόπτης Λατίνος μάρτυς, ο Πουλχέριος, ο μετά ταύτα γενόμενος Πατριάρχης, ότι κατά το έτος εκείνο ουδαμώς επεφαίνετο το άγιον Φως, παρά πάσας τας τελεσθείσας λιτανείας, καθ' ας εψάλλετο το "Κύριε Ελέησον" υπό πάντων των λιτανευόντων. "Κατελήφθημεν υπό μεγίστης λύπης και θλίψεως. Πόσαι ανακραυγαί προς τον Κύριον! πόσοι στεναγμοί, πόσοι οδυρμοί! Διότι εν οδυρμοίς πάντες εψάλλομεν "Κύριε Ελέησον" ίνα δια της ψαλμωδίας εκζητήσωμεν το έλεος του Κυρίου, αλλά και καθικετεύοντες αυτόν ουδαμώς ελαμβάνομεν το ζητούμενον, Εγένετο ήδη εσπέρα και η ημέρα έληξε και επειδή εσκέφθημεν, ότι ένεκα των αμαρτιών ημών συνέβη, ό,τι εν άλλοις χρόνοις δεν συνέβη, έκαστος ημών απεφάσισεν ενδομύχως να διορθωθή, εν οις εξήμαρτε προς τον Θεόν". Το άγιον Φως δεν εφάνη ούτε κατά την πρωίαν του Πάσχα, ο Βασιλεύς Βαλδουίνος άπελπις προσηύχετο προ του Αγίου Τάφου, ο λατινικός κλήρος ευρέθη εις λίαν δυσάρεστον θέσιν, αγνοών αν έπρεπε να τελέση η ου την εορτήν του Πάσχα, άνευ αγίου Φωτός. Εν τοιαύτη αγωνιώδει καταστάσει διατελούντες οι λατίνοι απεφάσισαν να εξελθώσι του Ναού της Αναστάσεως. Οι εναπολειφθέντες όμως εν αυτώ Έλληνες θερμότεροι εγένοντο περί τας ευχάς, ακολουθούμενοι δε υπό των Ιακωβιτών και Αρμενίων, ελιτάνευσαν, ικέτευσαν τον Θεόν και το άγιο Φως επεφάνη, πληρώσαν όλον τον Ναόν. Εν αλαλαγμώ προσέτρεξαν οι λατίνοι ίνα λάβωσι παρά των Ελλήνων το Φώς. Επαναλαμβάνομεν ότι το επεισόδιον τούτο διηγείται αυτόπτης λατίνος, όπως δε καν θελήση να εξηγήση τις αυτό, αναντίρρητον είνε, ότι οι ταπεινωθέντες και περιφρονηθέντες υπό των σταυροφόρων Έλληνες εξυψώθησαν δι' αυτού. Έκτοτε δε η τελετή του αγίου Φωτός και επί των σταυροφόρων έτι παρέμειναν ως καθαρώς ελληνική τελετή".
  • 5.Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Αυτόθι, σελ. 433, 435.
  • 6. Αυτόθι, 438-439.
  • 7.Αυτόθι 503.
  • 8.Αυτόθι 504-505
  • 9.Αυτόθι 507.
  • 10. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Περί των εν Ιεροσολύμοις Πατριαρχευσάντων ή παράγραφος 9. Βλ. και Εισαγωγήν Αρχίμ. Ειρηναίου Δεληδήμου εις το πολύτομο έργο του Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, άλλως καλουμένη, Δωδεκάβιβλος, Θεσσαλονίκη 1982, τομ. Α΄, σελ. κη΄, εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου.
  • 11. Αρχιεπισκόπου Διοκαισαρείας Ιακώβου Καπενεκά, Οι Άγιοι Τόποι της Παλαιστίνης και το Τάγμα των Αγιοταφιτών, Ιεροσόλυμα 1989, σελ. 144 και 166.
  • 12. Δοσιθέου Ιεροσολύμων, ενθ' ανώτ., τόμ. ιβ΄, σελ. 92 και 106. Βαρείς χαρακτηρισμούς όπως "φιλάρπαγες", "θρασείς", φθονεροί χρησιμοποιεί για τους Αρμενίους και ο Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ενθ' ανωτ., σελ. 715, 755, 757.
  • 13. Βλ. Ζ. Ραπτοπούλου, Θεολόγου, Ταξιδεύοντας στην Αγία Γη, Λεμεσός 1999, σελ. 56-57. Θωμά Τσουλιά, Πρωτοπρεσβυτέρου- Θεολόγου, Τα Πανάγια Προσκυνήματα των Αγίων Τόπων και του θεοβαδίστου Όρους Σινά, Κατερίνη 1991, σελ,46-47.
  • 14. Αρχιμανδρίτου Ιωαννικίου (Κοτσώνη), Εκεί περπάτησε ο Θεός, Οδοιπορικό στους Αγίους Τόπους, εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Κουφάλια Θεσσαλονίκης 1990, σελ. 26-27.
  • 15. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Αυτόθι, σελ. 860-862
ΠΗΓΗ http://www.impantokratoros.gr/31176B36.el.aspx