Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Το Ευαγγελιο και το TΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚHΣ




Το Ευαγγελιο Της Κυριακής


(Κατά Μάρκον στ΄ 14-30)

Και ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης· φανερόν γαρ εγένετο το όνομα αυτού· και έλεγεν ότι Ιωάννης ο βαπτίζων εκ νεκρών ηγέρθη, και δια τούτο ενεργούσιν αι δυνάμεις εν αυτώ. άλλοι έλεγον ότι Ηλίας εστίν· άλλοι δε έλεγον ότι προφήτης εστίν ως εις των προφητών. ακούσας δε ο Ηρώδης είπεν ότι ον εγώ απεκεφάλισα Ιωάννην, ούτος εστίν· αυτός ηγέρθη εκ νεκρών. αυτός γαρ ο Ηρώδης αποστείλας εκράτησε τον Ιωάννην και έδησεν αυτόν εν φυλακή δια Ηρωδιάδα την γυναίκα Φιλίππου του αδελφού αυτού, ότι αυτήν εγάμησεν. έλεγε γαρ ο Ιωάννης τω Ηρώδη ότι ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου. η δε Ηρωδιάς ενείχεν αυτώ και ήθελεν αυτόν αποκτείναι, και ουκ ηδύνατο· ο γαρ Ηρώδης εφοβείτο τον Ιωάννην, ειδώς αυτόν άνδρα δίκαιον και άγιον, και συνετήρει αυτόν, και ακούσας αυτού πολλά εποίει και ηδέως αυτού ήκουε. και γενομένης ημέρας ευκαίρου, ότε Ηρώδης τοις γενεσίοις αυτού δείπνον εποίει τοις μεγιστάσιν αυτού και τοις χιλιάρχοις και τοις πρώτοις της Γαλιλαίας, και εισελθούσης της θυγατρός αυτής της Ηρωδιάδος και ορχησαμένης και αρεσάσης τω Ηρώδη και τοις συνανακειμένοις, είπεν ο βασιλεύς τω κορασίω· αίτησόν με ο εάν θέλης, και δώσω σοι. και ώμοσεν αυτή ότι ο εάν με αιτήσης δώσω σοι, έως ημίσους της βασιλείας μου. η δε εξελθούσα είπε τη μητρί αυτής· τι αιτήσομαι; η δε είπε· την κεφαλήν Ιωάννου του βαπτιστού, και εισελθούσα ευθέως μετά σπουδής προς τον βασιλέα ητήσατο λέγουσα· θέλω ίνα μοι δως εξαυτής επί πίνακι την κεφαλήν Ιωάννου του βαπτιστού. και περίλυπος γενόμενος ο βασιλεύς, δια τους όρκους και τους συνανακειμένους ουκ ηθέλησεν αυτήν αθετήσαι. και ευθέως αποστείλας ο βασιλεύς σπεκουλάτωρα επέταξεν ενεχθήναι την κεφαλήν αυτού. ο δε απελθών απεκεφάλισεν αυτόν εν τη φυλακή, και ήνεγκε την κεφαλήν αυτού επί πίνακι και έδωκεν αυτήν τω κορασίω, και το κοράσιον έδωκεν αυτήν τη μητρί αυτής. και ακούσαντες οι μαθηταί αυτού ήλθον και ήραν το πτώμα αυτού, και έθηκαν αυτό εν μνημείω. Και συνάγονται οι απόστολοι προς τον Ιησούν, και απήγγειλαν αυτώ πάντα, και όσα εποίησαν και όσα εδίδαξαν.

Μεταφραση

(Κατά Μάρκον στ΄ 14-30)

Ο βασιλιάς Ηρώδης άκουσε για τον Ιησού, γιατί το όνομά του είχε γίνει γνωστό. Μερικοί έλεγαν: «Αναστήθηκε από τους νεκρούς ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, γι΄ αυτό μπορεί και κάνει τέτοια θαύματα». Άλλοι έλεγαν: «Είναι ο Ηλίας». Άλλοι έλεγαν: «Είναι προφήτης, σαν ένας από τους μεγάλους προφήτες». Όταν τ΄ άκουσε αυτά ο Ηρώδης, είπε: «Αυτός είναι ο Ιωάννης, που εγώ τον αποκεφάλισα· αναστήθηκε από τους νεκρούς». Πραγματικά, ο ίδιος ο Ηρώδης είχε στείλει να συλλάβουν τον Ιωάννη και τον είχε βάλει στην φυλακή. Αυτό το έκανε εξαιτίας της Ηρωδιάδας, που την είχε παντρευτεί, παρ΄ όλο που ήταν γυναίκα του Φίλιππου του αδερφού του. Ο Ιωάννης δηλαδή έλεγε στον Ηρώδη: «Δεν επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδερφού σου». Η Ηρωδιάδα λοιπόν μισούσε τον Ιωάννη και ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά δεν μπορούσε, γιατί ο Ηρώδης φοβόταν. Ήξερε πως ο Ιωάννης ήταν δίκαιος κι άγιος άνθρωπος, και γι΄ αυτό έκανε πολλά απ΄ αυτά που έλεγε, και τον άκουγε ευχαρίστως. Τελικά η Ηρωδιάδα βρήκε την ευκαιρία, όταν ο Ηρώδης για τα γενέθλιά του κάλεσε σε δείπνο τους πολιτικούς και στρατιωτικούς άρχοντες και τους επίσημους της Γαλιλαίας. Τότε μπήκε στην αίθουσα η θυγατέρα της Ηρωδιάδας και χόρεψε. Τόσο άρεσε στον Ηρώδη και στους καλεσμένους, που ο βασιλιάς είπε στο κορίτσι: «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, και θα σου το δώσω». Της έκανε μάλιστα και όρκο: «Οτιδήποτε μου ζητήσεις θα σου το δώσω, μέχρι και το μισό μου βασίλειο». Αυτή πήγε και ρώτησε τη μητέρα της: «Τι να ζητήσω;» Κι εκείνη της απάντησε: «Το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή». Ήρθε αμέσως βιαστικά στο βασιλιά και του είπε: «Θέλω τώρα αμέσως να μου δώσεις το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή μέσα σ΄ ένα πιάτο.» Ο βασιλιάς στενοχωρήθηκε· εξαιτίας όμως του όρκου που είχε δώσει μπροστά στους καλεσμένους, δεν ήθελε να αρνηθεί. Έστειλε τότε αμέσως ένα στρατιώτη της φρουράς με τη διαταγή να φέρει το κεφάλι του Ιωάννη. Εκείνος πήγε και τον αποκεφάλισε στη φυλακή. Έφερε το κεφάλι του σ΄ ένα πιάτο και το έδωσε στο κορίτσι, και το κορίτσι το πήγε στη μάνα της. Όταν το ΄μαθαν οι μαθητές του Ιωάννη, ήρθαν και πήραν το σώμα του και το έβαλαν σε μνήμα. Οι απόστολοι επέστρεψαν στον Ιησού και του διηγήθηκαν όλα όσα έκαναν κι όσα δίδαξαν.



TΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚHΣ



ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ 29.8.2010

«Της αποτμηθείσης κεφαλής του Προδρόμου, τα μνημόσυνα τελέσωμεν, ποτέ μεν επι πίνακι εκβλυζούσης αίματα, νυνί δε εν τοις πέρασι προχεούσσης ιάματα»

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας σήμερα με ύμνους, ωδές πνευματικές και νηστεία τιμά την μνήμη της αποτομής της κεφαλής του Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου μας Ιωάννου, του κήρυκα της μετανοίας και εξομολόγησης.

Και εμείς μετά του ψαλμωδού της Εκκλησίας μας ψάλλουμε και λέγομε «τι σε καλέσωμεν Προφήτα, ΄Αγγελον, Απόστολον ή Μάρτυρα; ΄Αγγελον, ότι ως ασώματος διήγαγες, Απόστολον ότι εμαθήτευσας τα έθνη, Μάρτυρα δε, ότι σου η κεφαλή υπέρ Χριστού ετμήθη».

Στήν έρημο του Ιορδάνη ακούγεται από τότε έως σήμερα η φωνή του Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου να καλεί σε μετάνοια και εξομολόγηση πάντα άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο τούτο και επιζητούντα το γνωρίσει το φώς το αληθινό. «Μετανοείτε, ήγγικε γάρ η βασιλεία των ουρανών» έλεγε ο του Ζαχαρίου και της Ελισάβετ βλαστός , ο Πρόδρομος της χάριτος και της αληθείας.

Κήρυγμα μετανοίας και εξομολόγησης, αλλά και κήρυγμα ελέγχου ανθρωπίνων συνειδήσεων εκπορεύεται από το στόμα του Προδρόμου στην έρημο του Ιορδάνη.

Μετά πολλής παρρησίας , ο Προφήτης της χάριτος του Ισχυρού, ο επίγειος άγγελος και απόστολος του λαού έλεγχε την ζωή και τα έργα των Φαρισαίων, των Σαδδουκαίων, των Γραμματέων ακόμα και αυτών των Βασιλέων.

Με σκληρά λόγια απευθυνόμενος προς όλους αυτούς έλεγε - οχιάς γεννήματα ποιός σας είπε πως έτσι θα ξεφύγετε από την οργή του Θεού, που πλησιάζει, αν θέλετε να γλιτώσετε κάνετε έργα που ταιριάζουν σε όποιο πράγματι μετανοεί - και ο λαός ο καθήμενος εν σκότει και σκιά θανάτου άκουε τους προφητικούς Αυτού λόγους μετανοούσε και εξομολογείτο τις αμαρτίες αυτού, προσδεχόμενος την λύτρωση από τον ερχόμενο οπίσω αυτού , Εκείνον που θα χάριζε λύτρωση και ζωή αιώνιο στο λαό.

Η σκληρή, αλλά αληθινή φωνή του Ιωάννου περί μετανοίας έλεγχε άρχοντες και βασιλείς του λαού, τους έλεγχε δια τα έργα και τις αμαρτωλές πράξεις του και κανένα δεν φοβάται ο κήρυκας της μετανοίας, ούτε και αυτό τον Βασιλέα Ηρώδη δεν φοβήθηκε ο αληθινός μάρτυρα του Χριστού.

Ο μέγας προφήτης και διδάσκαλος του Ισραήλ, ο ένδοξος πρόδρομος της παρουσίας του Κυρίου, ο κήρυκας της αλήθειας, ο υπέρμαχος της δικαιοσύνης, ο συνήγορος της σωφροσύνης και της αγνότητας ο επίγειος άγγελος, εφρόνει και δικαίως, ότι η διαφθορά των βασιλέων είναι το μεγαλύτερο έγκλημα και η πιο μολυσμένη αιμορροούσα πληγή.

Και όταν ο χείμαρρος της ανομίας, της αμαρτίας, της σκληροκαρδίας και ανηθικότητας εκπορεύεται από τα υψηλά του κόσμου τούτου δεν θα αργήσει να καταπλημμυρίσει και τους αριστοκρατικούς κύκλους, αλλά και τα λαϊκά στρώματα της κοινωνίας της κάθε εποχής.

Ο βασιλιάς Ηρώδης, ελέγχεται από τους αυστηρούς λόγους του Κήρυκα της ερήμου, διότι εκείνος ο στυγερός δολοφόνος των νηπίων της Βηθλεέμ και των πέριξ αυτής δεν ζούσε χρηστή και ενάρετο ζωή και είχε μεταβάλει το παλάτι σε οίκο ακολασίας, αφού συζούσε μετά της γυναικός του αδελφού του Φιλίππου , Ηρωδιάδος και ο λαός γόγγυζε κατά του μεγάλου αυτού σκανδάλου.

Ο Ιωάννης με την προφητική ελευθερία και παρρησία του λόγου δεν έπαυε να ελέγχει κατά πρόσωπο τον παράνομο Βασιλέα Ηρώδη και να του λέγει εκείνο το περίφημο, «ούκ έξεστί σοι έχειν γυναίκα του αδελφού σου».

Και ο παράνομος Ηρώδης ανεχόταν τον έλεγχο από τον Ιωάννη, διότι παρά την ηθική του κατάπτωση και αθλιότητα αισθανόταν κάποια ευλάβεια προς τον προφήτη. Γνώριζε την επιρροή που ασκούσε ο Ιωάννης στο λαό, αλλά και την ευλάβεια του λαού στο πρόσωπο του Προφήτου, αλλά και περισσότερο φοβόταν ο Βασιλιάς Ηρώδης την εξέγερση του λαού.

Η παράνομος όμως Βασίλισσα η Ηρωδιάδα είχε δική της ψυχολογία, εντελώς πωρωμένη και ασυνείδητος και κινούμενη από ένστικτα της αγρίας φιλαρχίας, υπερήφανη και ωμή μισούσε τον Ιωάννη δια το αυστηρό έλεγχο και δεν έπαυε να ζητά από τον Ηρώδη την εξόντωση του Ιωάννη, «την κεφαλήν του Ιωάννου επί πίνακι».

«Σήμερον, του γάρ εχθίστου Ηρώδου τελούντος συμποσίου του εαυτού αθεμίτου γενεθλίου, μεθ΄ όρκου αιτήσασθαι παρασκευάσαι, την θαυματόβρυτον του θεοκήρυκος τιμία κεφαλήν».

Η Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ταρράττεται, αγρυπνεί και σχεδιάζει πονηρά κατά του κήρυκα της μετανοίας και βρίσκει την κατάλληλο ευκαιρία κατά την επέτειο των γενεθλίων του Βασιλιά.

«Ώ συμποσίου μισητού, ανοσιουργήματος και μιαιοφονίας πλήρους», η Ηρωδιάδα δια της θυγατέρας της Σαλώμης ζητά επί πίνακι την κεφαλήν του Ιωάννη και «ωρχήσατο η μαθήτρια του παμπονήρου διαβόλου και την κεφαλήν σου Πρόδρομε, μισθόν αφείλετο , ώ συμποσίου πλήρους αίματος».

Και η οφειλή εκείνη ξεπληρώθηκε, ο Ηρώδης, ο ασεβής και παράνομος, ζητά να του φέρουν την κάρα του φυλακισμένου Προδρόμου «επί πίνακι», την οποία και την παραδίδει στη κόρη του παράνομου συμποσίου, και εκείνη η απαίσια κόρη σπεύδει και την εναποθέτει στα αμαρτωλά χέρια της ωμής και αδίστακτης μάνα της, η οποία αισθάνθηκε ηδονή υαίνης.

Αγαπητοί μου αδελφοί, φιλέορτο εκκλησίασμα,

Ο λόγος, το κήρυγμα και η προτροπή του Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου «το μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» πρέπει να πληρεί τις ψυχές όλων μας όλες τις ημέρες της ζωής μας στον κόσμο αυτό και τούτο διότι, ο διάβολος κινείται πάντοτε δολίως και προσπαθεί να μας σαγηνεύσει στα δικά του συμπόσια, στα δικά του δόλια δείπνα, στις δικές του απατηλές και ψυχοφθόρες ορέξεις και να μας οδηγήσει στα δικά του απατηλά βασίλεια.

Ο αρχηγός του σκότους και της παρανομίας προσπαθεί με πανουργίες δόλιες να μας αποσπάσει από την αγκαλιά Εκείνου που επάνω στο Σταυρό του μαρτυρίου Του άνοιξε εκουσίως τα χέρια Του διά να ενώσει τα διεστώτα, δια να ενώσει εμάς τους ανθρώπους με το Πλάστη και Δημιουργό μας.

Είναι γεγονός ότι, ο άνθρωπος μακριά από την αγκαλιά του θείου Λυτρωτή ζει σε ένα κόσμο παρανομίας, αυτοκαταστροφής, ζει στην αμαρτία, που αμαρτία είναι η απομάκρυνση από Θεό.

Ας ακούσουμε την φωνή του Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου από τα βάθη των αιώνων το «μετανοείτε ήγγικε γάρ η βασιλεία των ουρανών» και ας μη ολιγωρούμε αλλά, εν μετανοία και εξομολογήσει ας φωτιστούμε από τον λύχνο τον πάμφωτο, της οικουμένης, τον κήρυκα, τον επί γης άγγελο, τον θείον απόστολο, τον υπηρέτη και μάρτυρα Χριστού, «τον θεομαρτύρητον, Κυρίου Πρόδρομον», του Οποίου την μνήμη σήμερα επαξίως τιμώμεν και μακαρίζομεν εμείς οι γηγενείς. ΑΜΗΝ.

Ο Λ.Κ.Α.Π.

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Τὸ ὄρος Θαβὼρ

Τὸ ὄρος Θαβὼρ ὑψώνεται ὡς εἷς τεράστιος κωνικὸς ὄγκος εἰς τὸ βόρειον ἄκρον τῆς εὐρυχώρου πεδιάδος τῶν Ἐσδραελῶν. Τὸ ὄνομα Θαβὼρ προέρχεται ἀπὸ τὴν σημιτικὴν ρίζαν καὶ σημαίνει ὕψωμα, ὄρος ἤ ὀμφαλός. Ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους, τὸ Θαβὼρ ἐταυτίσθη μὲ τὸ «Ὑψηλὸν Ὄρος», ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἔγινε ἡ Μεταμόρφωσις τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὸν 6ον αἰῶνα ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους ὑπῆρχαν τρεῖς ναοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀντιστοιχοῦσαν εἰς τὰς τρεῖς σκηνὰς. Τὴν ἰδὶαν ἐποχὴν ἀνεκηρύχθη τὸ Θαβὼρ ἐπισκοπὴ καὶ προσείλκυσε πολλοὺς Χριστιανοὺς μοναχοὺς καὶ χιλιάδας προσκυνητὰς. Τὴν ἐποχὴν τῶν Σταυροφόρων ἐγκατεστάθησαν εἰς τὸ Θαβὼρ Βενεδικτίνοι μοναχοὶ καθὼς καὶ Ἕλληνες. Μετὰ τὴν ἐκδίωξιν τῶν σταυροφόρων ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους, ὁ Σουλτάνος τῆς Δαμασκοῦ Μάικλ ἒλ Ἀντίλ, τὸ 1211, κατέστρεψε ὅλα τὰ χριστιανικὰ κτίσματα καὶ ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἐρείπιά τους ἀνήγειρε ἰσχυρὸν φρούριον, τὰ ὑπολείμματα τοῦ ὁποίου σώζονται ἕως σήμερον εἰς διάφορα σημεῖα τοῦ ὄρους. Σήμερον ἡ κορυφὴ τοῦ Θαβὼρ εἶναι χριστιανικὴ ἰδιοκτησία καὶ κατέχεται ἀπὸ Ἕλληνας ὀρθοδόξους καὶ Λατίνους μοναχούς. Εἰς τὸ νότιον τμῆμα τῆς κορυφῆς εὑρίσκονται τὸ Ἑλληνορθόδοξον μοναστήριον, ἡ Ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία ἐκτίσθη τὸ 1862, καὶ τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Μελχισεδέκ, ἐνῶ εἰς τὸ βόρειον τμῆμα εὑρίσκονται τὸ μοναστήριον καὶ ὁ ξενὼν τῶν Φραγκισκανῶν καθώς καὶ μεγαλοπρεπὴς βασιλικὴ ἐκτισμένη ἐπάνω εἰς τὰ ἐρείπια ἀρχαίας βυζαντινῆς Ἐκκλησίας.


 πηγὴ: jerusalem-patriarchate.info

(Κατά Ματθαίον κα΄ 33-42)

Άλλην παραβολήν ακούσατε. άνθρωπός τις ην οικοδεσπότης, όστις εφύτευσεν αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε και ώρυξεν εν αυτώ ληνόν και ωκοδόμησε πύργον, και εξέδοτο αυτόν γεωργοίς και απεδήμησεν. ότε δε ήγγισεν ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους αυτού προς τους γεωργούς λαβείν τους καρπούς αυτού. και λαβόντες οι γεωργοί τους δούλους αυτού ον μεν έδειραν, ον δε απέκτειναν, ον δε ελιθοβόλησαν. πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους πλείονας των πρώτων, και εποίησαν αυτοίς ωσαύτως. ύστερον δε απέστειλε προς αυτούς τον υιόν αυτού λέγων· εντραπήσονται τον υιόν μου. οι δε γεωργοί ιδόντες τον υιόν είπον εν εαυτοίς· ούτος εστίν ο κληρονόμος· δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και κατάσχωμεν την κληρονομίαν αυτού. και λαβόντες αυτόν εξέβαλον έξω του αμπελώνος και απέκτειναν. όταν ουν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τι ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις; λέγουσιν αυτώ· κακούς κακώς απολέσει αυτούς, και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσιν αυτώ τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών. λέγει αυτοίς ο Ιησούς· ουδέποτε ανέγνωτε εν ταις γραφαίς, λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;

Μεταφραση

(Κατά Ματθαίον κα΄ 33-42)

«Ακούστε άλλη μια παραβολή: Ένας γαιοκτήμονας φύτεψε ένα αμπέλι, το περίφραξε, έσκαψε σ΄ αυτό πατητήρι, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς και έφυγε για άλλον τόπο. Όταν πλησίαζε η εποχή της καρποφορίας, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς να πάρουν το μερίδιό του από τους καρπούς. Οι γεωργοί όμως έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους και τους έκαναν τα ίδια. Τελευταίον τους έστειλε το γιο του με τη σκέψη: θα σεβαστούν το γιο μου. Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: αυτός είναι ο κληρονόμος. Εμπρός, ας τον σκοτώσουμε και ας αρπάξουμε την κληρονομιά του. Έτσι, τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τ΄ αμπέλι και τον σκότωσαν. Όταν λοιπόν έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τι θα κάνει σ΄ εκείνους τους γεωργούς;» «Είναι κακοί», του λένε. «Γι΄ αυτό θα τους εξολοθρεύσει με το χειρότερο τρόπο και θα νοικιάσει το αμπέλι σ΄ άλλους γεωργούς, που θα του δίνουν τους καρπούς στην εποχή τους». Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ δε διαβάζετε τις Γραφές; Ο λίθος που τον πέταξαν σαν άχρηστο οι οικοδόμοι, αυτός έγινε αγκωνάρι· ο Κύριος το έκανε αυτό, και είν΄ αξιοθαύμαστο στα μάτια μας

Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΠΡΟΤΥΠΟ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ

Η γλυκύτατη φυσιογνωμία της Θεοτόκου, Μητέρας του Κυρίου και του κόσμου, δεσπόζει παντού στη ζωή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα το μήνα Αύγουστο. Οι λαμπροί και πάνδημοι εορτασμοί σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη δημιουργούν μια θερμή ατμόσφαιρα για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη και τις ευχαριστίες στη μορφή της Θεοτόκου, μεσίτριας των πονεμένων ανθρώπων.

Η Παναγία είναι το ασάλευτο θεμέλιο του Γένους σ’ όλες τις καταπτώσεις και κλυδωνισμούς του, η ευλογία, η πίστη και η ελπίδα δια την ανόρθωση και τη νίκη.

Σ’ αυτή τη μεγάλη Μητέρα καταφεύγει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος των πιστών στις δύσκολες ώρες. Είναι η αγία των αγίων, η καταφυγή των καταπονουμένων, η μεσίτρια προς τον Θεό, της οποίας η αγιότητα ξεπέρασε κάθε ανθρώπινο μέτρο.

Η επίγεια ζωή της Θεοτόκου υπήρξε μια πορεία ολοκληρωτικής προσφοράς προς τον Θεό. Απόλυτη υπακοή στο θεϊκό θέλημα, βαθιά πίστη, ανείπωτη ηθική καθαρότητα και αγιότητα ήταν η δική της συμμετοχή στην εύνοια του Θεού. Τα μεγέθη αυτά αποτελούν απλησίαστα επίπεδα αρετής για κάθε εποχή ιδιαίτερα δε για τη δική μας.

Διερωτάται κανείς κατά πόσο η αγιότητα του Θεού μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τον σύγχρονο άνθρωπο, όταν ακούγοντας τη λέξη αγιότητα γελάει και ειρωνεύεται;

Mήπως όμως είναι μια πρόκληση για τη σημερινή λογοκρατούμενη κοινωνία, που αναζητά εύκολες λύσεις, που αδιαφορεί για τέτοια μεγέθη, που προτιμά το χάος και τη σύγχυση των αξιών και των ιδεών; Είναι εύκολο στην εποχή μας ν’ απαλλαγούμε από τις ποικίλες δεσμεύσεις και αναγκαιότητες και με ηρωισμό και τόλμη να αρνηθούμε τον υλιστικό κόσμο;

Τα ερωτήματα αυτά αποκαλύπτουν τον σκεπτικισμό που γέννησε η μονομερής προσκόλληση του ανθρώπου στα υλικά και η απομάκρυνση μας από τον κόσμο του πνεύματος, μέσα στον οποίο αναπνέει αυτό που ονομάζουμε αγιότητα.

Ο σύγχρονος κόσμος αναζητά εναγωνίως τις φαντασιώσεις του πολιτισμού τις νέες μορφές χαράς, νέες πηγές αισθησιακής απόλαυσης και νέες εμπειρίες συγκινήσεων. Προτιμά την άνευ όρων παράδοση στις κοινωνικές, τεχνολογικές και πολιτιστικές συμβατικότητες, ακόμα κι΄ όταν γνωρίζει, ότι τα επιτεύγματα αυτά τον αλλοτριώνουν ολοκληρωτικά.

Η πραγματική διέξοδος από το φαύλο κύκλο του παραλόγου βρίσκεται εκεί, όπου δυναμικά πρότυπα μας φανερώνουν τρόπους ζωής γεμάτους απλότητα αρετής, αγωνιστική πορεία για τη διαρκή βελτίωση και πληρότητα της κενωτικής προσφοράς για τον συνάνθρωπο.

Ένα τέτοιο πρότυπο είναι η Θεοτόκος. Παράδειγμα πρόκλησης και πρόσκλησης αγιότητας. Με τη μορφή της η Παναγία ως πρότυπο και παράδειγμα, δυναμώνει και γιγαντώνεται η αδυναμία της φύσεως μας και μειώνονται σιγά-σιγά οι πτώσεις και οι αμφιβολίες.

Οι γήινες και κοινωνικές δεσμεύσεις παύουν να μας εξουσιάζουν δυναστικά, οι αναζητήσεις της ψυχής αποκτούν προτεραιότητα και το θέλημα του Θεού φωτίζει τις επιλογές μας.

Έτσι αρχίζει η πορεία της αγιότητας. Με τον τρόπο αυτό η Θεοτόκος προσέλκυσε την εύνοια του Θεού και δυναμώθηκε στον προσωπικό αγώνα της για την αγιότητα.

Αν παραμείνουμε προσανατολισμένοι στο πρότυπο αυτό που μας προσφέρει η Θεοτόκος Μητέρα η πορεία της αρετής και της αγιότητας δεν θα είναι ουτοπία, γιατί η μορφή της Παναγίας που καθοδήγησε και στήριξε αναρίθμητους πιστούς, θα καθοδηγεί και θα στηρίζει και τις δικές μας προσπάθειες.


π.Γ.Στ.

Το Ευαγγελιο Της Κυριακής-(Κατά Λουκάν ι΄ 38-42, ια΄ 27-28)

Εγένετο δε εν τω πορεύεσθαι αυτούς και αυτός εισήλθεν εις κώμην τινά. γυνή δε τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο αυτόν εις τον οίκον αυτής. και τήδε ην αδελφή καλουμένη Μαρία, η και παρακαθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε τον λόγον αυτού. η δε Μαρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν· επιστάσα δε είπε· Κύριε, ου μέλει σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται. αποκριθείς δε είπεν αυτή ο Ιησούς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ΄ αυτής. Εγένετο δε εν τω λέγειν αυτόν ταύτα επάρασά τις γυνή φωνήν εκ του όχλου είπεν αυτώ· μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας. αυτός δε είπε· μενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν.

Μεταφραση

(Κατά Λουκάν ι΄ 38-42, ια΄ 27-28)

Καθώς πορευόταν με τους μαθητές του ο Ιησούς, μπήκε σ΄ ένα χωριό, και τον υποδέχτηκε σπίτι της κάποια γυναίκα που την έλεγαν Μάρθα. Αυτή είχε μια αδερφή που ονομαζόταν Μαρία, κι η οποία κάθισε στα πόδια του Ιησού και άκουγε τη διδασκαλία του. Αντίθετα, η Μάρθα δούλευε ασταμάτητα για να τους περιποιηθεί. Πήγε λοιπόν στον Ιησού και του είπε: «Κύριε, δε νοιάζεσαι που η αδερφή μου με άφησε μόνη να σε περιποιούμαι; Πες της, λοιπόν, να με βοηθήσει». Ο Ιησούς της αποκρίθηκε: «Μάρθα, Μάρθα, ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεται. Αυτό διάλεξε η Μαρία, και δεν πρόκειται να της το αφαιρέσει κανείς». Ενώ έλεγε αυτά ο Ιησούς, κάποια γυναίκα από το πλήθος έβγαλε μια δυνατή φωνή και του είπε: «Χαρά στη μάνα που σε γέννησε και σε θήλασε!» Κι εκείνος είπε: «Πιο πολύ χαρά σ΄ εκείνους που ακούν το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν!»

Η εορτή της Κοίμησεως της Θεοτόκου


15 Αυγούστου

Τo πλήρωμα του χρόνου

“Ευλογημένη Συ, η χωρήσασα Χριστόν” Στις 15 Αυγούστου η Εκκλησία μας εορτάζει την ιερή μνήμη της πανένδοξης Κοίμησης και θαυμαστής Μετάστασης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. “Σήμερον ο της ζωής θησαυρός θανάτω ζωηφόρω καλύπτεται, ει και θάνατον προσαγορεύσαι την ταύτης ζωτικήν μεταβίωσιν”, τονίζει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Πρόκειται για την κορωνίδα των Θεομητορικών Εορτών. Η Εκκλησία την χαρακτηρίζει ως το δεύτερο και μικρό Πάσχα. Στο Κοντάκιο της Εορτής ψάλλουμε: “Τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησε, αλλά προς την ζωήν μετέστησε, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον”. Πολλοί από τους αγίους Πατέρες και Υμνωδούς της Εκκλησίας εξύμνησαν την Υπεραγία Θεοτόκο “όσον εφικτόν” είναι στους ανθρώπους. Τόσο τα κείμενα των Πατέρων όσο και των ιερών Υμνογράφων, μαρτυρούν ότι στη Θεοτόκο περισσότερο αρμόζει “θείος και ιερός ύμνος”, δηλαδή δοξολογικός και ευχαριστήριος αίνος που ούτε και αυτός μπορεί να εξαρκέσει προς ύμνον των μεγαλείων που εποίησεν ο Δυνατός στο Πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου.



Η Ανακεφαλαίωση

Η Εκκλησία αναγνωρίζει στην Παναγία το μοναδικό εκείνο κτίσμα που εκπλήρωσε στην ύπαρξη της τον ύψιστο προορισμό που είχε θέσει ο Θεός στην κτίση και ιδιαίτερα στον άνθρωπο. Στην Παναγία έχουμε την πληρέστερη δυνατή ενότητα του ανθρώπου με το Θεό, του κτίσματος με τον Κτίστη και Δημιουργό. Στη διαδρομή της ιερής ιστορίας, ο Θεός αναζητεί το μοναδικό εκείνο πρόσωπο που θα δεχθεί την κλήση Του για συνεργία στο έργο της Θείας Οικονομίας. Η Παναγία είναι ακριβώς “το πλήρωμα του χρόνου”, που με την εκούσια απάντηση της στο Θεό και το “ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου”, ταυτίζει με το πλήρωμα της αγάπης και της υπακοής την ελευθερία της με το θέλημα του Θεού. Σ’ αυτή την απάντηση της Παναγίας, ανακαλύπτουμε τη σωστική λειτουργία του ανθρώπου που εκφράζεται και βρίσκεται στην αλληλοπεριχώρηση της ύπαρξης του με τη ζωή του Θεού. Η “κατά φύσιν” ζωή της Παναγίας σε όλες τις ψυχοσωματικές της διαστάσεις, ενώθηκε με τη ζωή του Σαρκωθέντος Κυρίου. Η μητρότητα της Παρθένου Μαρίας διαθέτει μια σπουδιαότητα που όμως δεν εξαντλείται στο γεγονός της φυσικής γέννησης. Έχει οπωσδήποτε και την πνευματική της όψη, γιατί μια μητέρα δεν δανείζει στο παιδί της μόνο το σώμα, αλλά οικοδομεί ολόκληρη την ψυχοσωματική του ύπαρξη. Η Εκκλησία μας λέει ότι ο Χριστός προσέλαβε από την Παναγία “σάρκα εμψυχωμένην ψυχή λογική τε και νοερά”. Ο Κύριος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση στο σύνολο των ψυχικών και σωματικών ενεργειών. Η Παναγία εταύτισε την ύπαρξη, τη ζωή της με την άκτιστη ζωή του Θεού. Γι΄ αυτό και κάθε κτίσμα βρίσκει στο πρόσωπο της Παναγίας την πύλη της όντως ζωής, το πλήρωμα, το γέμισμα, την ολοκλήρωση και την τελείωση της αληθινής ζωής και ύπαρξης του ανθρώπου στην κοινωνία του με το Θεό εν Χριστώ Ιησού.

Αγαπητοί αδελφοί, η Παναγία μας έδειξε πως ο άνθρωπος ερχόμενος στον κόσμο δεν ζει αποκλειστικά για τον εαυτό του, αλλά για το Θεό. Η Θεοτόκος μας υπενθυμίζει διαρκώς ότι πραγματοποιώντας τον προορισμό μας, μπορούμε να φανερώσουμε μέσα από την ύπαρξη μας την παρουσία της “εικόνας του Θεού” που είναι ο Χριστός. Ζώντας μέσα στην Εκκλησία, μπορούμε να γεννήσουμε τον Χριστό στην καρδιά μας και να γίνουμε δούλοι Κυρίου, όπως η Παναγία μας. Αυτό σημαίνει σχέση αγάπης και συγκατάβασης του Σωτήρος , ερμηνευόμενο σ’ ένα απόλυτα οντολογικό πλαίσιο. Απαραίτητη προϋπόθεση αυτής της πραγματικής σχέσης αγάπης είναι η αληθινή πίστη. Γι’ αυτό και η Παρθένος Μαρία αποτελεί πραγματικό πρότυπο. Η ζωή της είναι δρόμος αφάνειας, πτωχείας και βαθύτατης συναίσθησης της αποστολής της ως «δούλη Κυρίου».

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος


Απολυτίκιον της εορτής



Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,

ἓν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὗ κατέλιπες Θεοτόκε,

μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,

μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,

καὶ ταὶς πρεσβείαις ταὶς σαὶς λυτρουμένη,

ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον της εορτής



Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον,

καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα,

τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν,

ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν,

ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.


Οίκος της εορτής

Τείχισόν μου τὰς φρένας Σωτήρ μου,

τὸ γὰρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶ,

τὴν ἄχραντον Μητέρα σου,

ἐν πύργῳ ῥημάτων ἐνίσχυσόν με,

καὶ ἐν βάρεσιν ἐννοιῶν ὀχύρωσόν με,

σὺ γὰρ βοᾷς τῶν αἰτούντων πιστῶς τὰς αἰτήσεις πληροῦν,

Σὺ οὖν μοὶ δώρησαι γλώτταν,

προφοράν, καὶ λογισμὸν ἀκαταίσχυντον,

πᾶσα γὰρ δόσις ἑλλάμψεως παρὰ σοῦ καταπέμπεται

φωταγωγέ, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Η Αγία Γεθσημανή


Τὸ ὄνομα Γεθσημανὴ παράγεται ἀπὸ τὰς Ἐβραϊκὰς λέξεις Γκάτ-Σέμεν, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν ἐλαιοτριβεῖον. Ὁ χείμαρρος, εἰς βάθος τοῦ ὁποίου τοποθετεῖται ἡ Γεθσημανὴ, ὀνομάζεται «Χείμαρρος τῶν Κέδρων» ὅπου εἰς τὰς χριστιανικὰς παραδόσεις συνδέεται μὲ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ λάβει χώρα ἡ τελευταία θεϊκὴ κρίσις. Μία ἄλλη ὀνομασία τοῦ χειμάρρου εἶναι γνωστὴ ὡς «Κοιλάδα τοῦ Ἰωσσαφάτ». Τὸ ὄνομα Ἰωσσαφὰτ προέρχεται ἀπὸ τὰς ἐβραϊκὰς λέξεις Γιαχβὲ - Σαφὸτ, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν: «ὁ Θεὸς κρίνει», ὡς τοπωνύμιον ἀπὸ τὸν προφήτην Ἰωὴλ 3,2.

Συμφώνως πρὸς τὴν Καινὴν Διαθήκην ἀπὸ τὴν Γεθσημανὴν ἤρχισε ὁ δρόμος τοῦ μαρτυρίου τοῦ Χριστοῦ (Ματθ.26,36, Μάρκ.14,32, Λουκ.22,39, Ἰωάν.18). Εἰς τὴν Γεθσημανὴν ἐπροσευχήθη ὁ Χριστὸς πρὶν τὸ πάθος Του, ἐκεῖ ἐδέχθη τὸ φίλημα τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα καὶ ἐκεῖ συνελήφθη ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν τοῦ Πιλάτου, τοῦ ὄχλου καὶ τῶν ὑπηρετῶν τῶν Φαρισσαίων. Ἤδη ἀπὸ τὸν 4ον μ.Χ. αἰῶνα, τὰ γεγονότα αὐτὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐταυτίσθησαν τοπογραφικῶς καὶ οἱ χῶροι τους ἀνεδείχθησαν ὡς ἱερὰ καὶ λατρευτικὰ Χριστιανικὰ Προσκυνήματα.

Ἡ Γεθσημανὴ δὲν συνδέεται μόνον μὲ τὴν ἀγωνίαν καὶ τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Ταφὴν τῆς Παρθένου Μαρίας. Ὁ καθορισμὸς τοῦ Τάφου τῆς Παναγίας ἀνάγεται εἰς τὸ μέσον τοῦ 1ου αἰῶνος. Τὴν ἰδὶαν σχεδὸν ἐποχὴν ἐκτίσθη ἡ πρώτη Ἐκκλησία τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πιθανῶς εἰς τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαρκιανοῦ, τὸ 450-457 μ.Χ. καὶ τοῦ πρώτου Πατριάρχου τῆς Ἱερουσαλὴμ Ἰουβεναλίου.

Τὸ πάνσεπτον καὶ Θεομητορικὸν μνῆμα ἐν Γεθσημανῇ
Εἰς τὰς καρδίας τῶν πιστῶν τέκνων τῆς Ὀρθοδοξίας πάλλει ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ευλάβεια ἡ ὀφειλoμένη πρὸς τὴν πάναγνον Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διὸ καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς ἡ ὀρθόδοξος τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἐτίμησε τὴν Θεομήτορα καὶ τιμᾶ δεόντως, ἡ δὲ μήτηρ τῶν Ἐκκλησιῶν κατέχει ὡς πολυτιμότατον μαργαρίτη εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς τὸν θειότατον καὶ ἁγιώτατον Τάφον αὐτῆς μετὰ τῶν ἄλλων πανσέπτων καὶ θεοτιμήτων Τόπων τῆς Χριστιανοσύνης καὶ ὡς ἀτίμητον θησαύρισμα διακρατεῖ ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ αὐτὸν καὶ διαφυλάττει. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἀπὸ ἀρχαιοτάτων ἐτῶν ἀνηγέρθη σταυροειδὴς ναὸς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὁποίου ὑψοῦται σεμνὸν καὶ ἀπέριττον κουβούκλιον τοῦ θεομητορικοῦ καὶ πανσέπτου Μνήματος ἐν ᾧ οἱ Ἱεροὶ Ἀπόστολοι ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς μετρίως φερόμενοι καὶ κηδεύσαντες πιστῶς ἐκ τῆς Ἁγίας Σιὼν ἐνεταφίασαν τὸ πανάχραντον τῆς Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας σῶμα ἐν Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ.

Ὁ πάνσεπτος οὗτος Ναὸς τῆς Θεοτόκου εὑρίσκεται ἐν Γεθσημανῇ καὶ ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ Ἰωσαφὰτ ἢ χειμάρρῳ τῶν Κέδρων, μεταξὺ τοῦ λόφου Μωρία καὶ τοῦ Ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ἐγγὺς τοῦ τόπου τοῦ λιθοβολισμοῦ τοῦ Πρωτομάρτυρος καὶ Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου καὶ τοῦ τόπου τῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, ἐν ᾧ συνελήφθη καὶ ἐπροδόθη ὑπὸ τοῦ Ἰούδα. Κατερχόμενος τὶς διὰ κλίμακος τεσσαράκοντα καὶ ὀκτὼ βαθμίδων εὑρίσκεται ἐν ὑπογείῳ Ναῷ σταυροειδεῖ καὶ ὑπενθυμίζοντι ἀρχαίαν κατακόμβην, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ὁποίου ὀρθοῦται ὁ Θεομητορικὸς Τάφος λελαξευμένος ἐντὸς μονολίθου βράχου καὶ περιβαλλόμενος ὑπὸ κουβουκλίου ἔχοντος δυὸ εἰσόδους, ἐκ δυσμῶν καὶ βορρᾶ, ὁδηγούσας πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν αὐτοῦ τὸν εὐλαβῆ προσκυνητήν. Τὸ σεμνὸν τοῦτο καὶ σεβάσμιον ἱερὸν προσκύνημα, ἀνεγερθὲν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς παλαιᾶς ἀρχαιότητος, ἐφ οὗ θέματος καὶ θὰ ἀσχοληθῶμεν κατωτέρω, ὑπενθυμίζει τὰς κατακόμβας τῆς διωκομένης Ἐκκλησίας τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως καὶ διὰ μέσου τῶν αἰώνων μᾶλλον διετηρήθη ἀνέπαφον, ἐκτὸς τῶν ἐλαχίστων ἀνακαινίσεων καὶ μεταβολῶν, ἃς ὑπέστη ὑπὸ τῶν Σταυροφόρων τῷ 1130. Τὸ Ἱερὸν αὐτὸ προσκύνημα εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κυριότητα τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων Ἁγιοταφιτῶν, ἐν αὐτῷ δὲ καθημερινῶς τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία ἐντὸς τοῦ Ἱεροῦ Κουβουκλίου τοῦ Τάφου τῆς Θεομήτορος, κατὰ δὲ τὴν παραμονὴν τῆς θεομητορικῆς ἑορτῆς (14 Αὐγούστου) πρωτοστατοῦντος τοῦ Ἑλληνορθοδόξου ἡμῶν Πατριάρχου τελεῖται ἡ ἀκολουθία τοῦ ἐπιταφίου τῆς Θεοτόκου, ψαλλομένων καὶ τῶν ἐγκωμίων Αὐτῆς, εἰς ἀνάμνησιν τῆς ὑπὸ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κηδεύσεως τοῦ παναχράντου Θεομητορικοῦ σώματος…... Λίαν ἐνδιαφέρουσαι ὅμως τυγχάνουσιν αἱ διιστάμεναι γνῶμαι περὶ τοῦ κτήτορος τῆς ἐπὶ τοῦ πανσέπτου καὶ θεομητορικοῦ Τάφου ἱδρυθείσης περικαλλοῦς ἐκκλησίας καθ’ ὅτι ἀνάγονται αὖται εἰς ἐκκλησιαστικοὺς ἱστορικοὺς συγγραφεῖς τῆς ἀρχαιότητος. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν αἱ γνῶμαι τῶν τὲ συγχρόνων ἀρχαιολόγων καὶ τῶν παλαιοτέρων, περὶ τῆς ἀρχικῆς προελεύσεως τῆς ἐν λόγῳ ἐκκλησίας, διχάζονται ἄχρι τῆς σήμερον. Καὶ τινὲς μὲν ἐξ αὐτῶν ἐπιδέχονται τὰς ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ Βατικανοῦ πληροφορίας, ὡς καὶ τὰς τοῦ νικηφόρου Καλλίστου, καθ’ ἃς καὶ ἐπὶ τοῦ Τάφου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐκκλησία ἀνάγεται εἰς τοὺς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἕτεροι δὲ ἀνάγουσιν ταύτην εἰς τοὺς μετὰ αὐτῶν χρόνους, ἄχρι τοῦ αὐτοκράτορος Μαρκιανοῦ (450-457). Ἐφεξῆς δ’ ἐκθέτομεν τὰ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἱστορικὰ δεδομένα, ἐξ ὧν καὶ θὰ ἐξάγομεν τὰ συμπεράσματα ἡμῶν.

Ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἱστορικοῦ συγγραφέως τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος Νικηφόρου Καλλίστου - Ξανθοπούλου συμφραζομένων διαπιστοῦται ἀπόλυτος συμφωνία αὐτοῦ μετὰ τοῦ ἐν τῷ Βατικανῷ Βυζαντινοῦ χειρογράφου τοῦ ΙΑ΄ αἰῶνος, καθ’ ὃ ὁ κτήτωρ καὶ ἐπὶ τοῦ θεομητορικοῦ Τάφου ναοῦ τυγχάνει ὁ μέγας Κωνσταντῖνος, περὶ τούτου δὲ λέγει τὰ ἑξῆς «Ὑπερφυῆ δὲ τίνα ἕτερον ἐν τῷ χωρίῳ Γεθσημανὴ ναῶν τῇ Θεοτόκῳ ἐγείρει, ἔωδον θυσιαστηρίου τὸν ζωηφόρον ἐκείνης τάφον ἀσφαλῶς περιστείλασα. Κατωφεροῦς δ’ ὄντος τοῦ τόπου ἀναβαθμοὺς ἐκ μαρμάρων ποιησαμένη τὸν βουλόμενον ἐκ τῆς ἁγίας πόλεως πρὸς ἀνατολάς κατάγει». Καὶ ἀλλαχοῦ λέγει «Πολλὰς δὲ καὶ ἄλλας ἐκκλησίας τοῖς ἁγίοις ἐκείνοις τόποις κατασκευάσασα οὔσας ὑπὲρ τριάκοντα, ἡ θεοφιλὴς βασιλὶς Ἑλένη, πρὸς τὸν φίλον ταύτης υἱὸν ἐπανέστρεψε, τοῖς ἐσπερίοις μετὰ τὴν Σύνοδον διάγοντα μέρεσιν».

Ἄξιον ἰδιαιτέρας ἐξάρσεως τυγχάνει τὸ γεγονός, ὅτι τόσον αἱ ἄνω εἰδήσεις τοῦ Νικηφόρου Καλλίστου, ὅσο καὶ αἱ τοῦ Βατικάνειου καταλόγου, περὶ Γεθσημανῆς, ὅτι ἡ περὶ τοῦ Τάφου τῆς Θεοτόκου ἐκκλησία τυγχάνει ἔργον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἐλέγχονται ἀνακριβεῖς ὑπὸ πλείστων νεωτέρων Παλαιστινολόγων, ὡς προείρηται, καθ’ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἐκκλησιαστικοὶ ἱστορικοὶ συγγραφεῖς τοῦ Δ΄ αἰῶνος, Εὐσέβιος, Σωκράτης καὶ Σωζόμενος, οὐδεμίαν μνείαν ποιοῦνται περὶ ἀνεγερθείσης ἐν Γεθσημανῇ, ἐκκλησίας ἐπὶ τοῦ Τάφου τῆς Θεοτόκου, ὅπερ καθ’ ἡμᾶς εὐσταθεῖ. Κατὰ ταῦτα, τὸν χρόνον τῆς ἱδρύσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Τάφου τῆς Θεομήτορος περικαλλοῦς ἐκκλησίας θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν οὐχὶ πρὸ τοῦ 339, ὅτε καὶ ἀπέθανε ὁ μηδεμίαν μνείαν ποιούμενος ἱστορικὸς Εὐσέβιος, ἡ εἴδησις τοῦ ὁποίου πολὺ θὰ ἐβάρυνεν λόγῳ τῆς ἀρχαιότητος, αὐτοῦ, εἰς πιστοποίησιν καὶ βεβαίωσιν ἑνὸς τοιούτου γεγονότος, σχέσιν ἄμεσον ἔχοντος μὲ τὴν ἐποχὴν καὶ τὰ ἔργα τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου, διὰ τοὺς μεταγενεστέρους αὐτοῦ. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου παρατηρουμένη σιωπὴ τοῦ Εὐσεβίου οὐδέποτε θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἀδιαφορία καθ’ ὅσον οὗτος ὁμιλεῖ καὶ δι’ ἄλλα ἔργα τῆς βασιλομήτορος ἁγίας Ἑλένης συντελεσθέντα ἐν Παλαιστίνῃ, ἐκτὸς τῆς ἐπὶ τοῦ Ἁγίου τάφου βασιλικῆς, ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Σπηλαίου, ἐν Βηθλεέμ. Ἀποκλείεται ὅθεν, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὡς ἱδρυτὴς τῆς ἐν Γεθσημανῇ ἐκκλησίας τῆς Θεοτόκου, κατὰ τὴν σιωπὴν τοῦ Εὐσεβίου.

Μετὰ τὰ ἀνωτέρω, ἀνάγκη, ὅπως ἀλλαχοῦ ἀναζητήσωμεν τὰ ἱστορικὰ δεδομένα, ἅτινα θὰ ρίψωσιν ἄπλετον φῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ θὰ δώσωσιν θετικὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα, πότε καὶ ὑπὸ τίνος ἱδρύθη ὁ Ναὸς τῆς Θεοτόκου ἐν Γεθσημανῇ. Οὕτω ἡ πρώτη καὶ ἀρχαιοτέρα πληροφορία περὶ τούτου εὑρίσκεται ἐν τῷ Β΄ Ἐγκωμιαστικῷ Λόγῳ τοῦ ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἐν τῇ Κοιμήσει Αὐτῆς, ἐξ οὗ θὰ προσδιορισθῇ, κατὰ προσέγγισιν, τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀνηγέρθη τὸ πρῶτον ἡ ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου ἐν Γεθσημανῇ, ὡς καὶ ὁ κτήτωρ αὐτῆς. Ἐν τῷ εἰρημένῳ Ἐγκωμιαστικῷ Λόγῳ αὐτοῦ, ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς ἀντλεῖ ἐκ τῆς λεγομένης «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας», ἵνα πιστοποιήσῃ καὶ βεβαιώσῃ τὰ περὶ τῆς ταφῆς καὶ μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, περὶ ὧν λέγει τὰ ἑξῆς: Μετακαλεσάμενοι (δηλ. ὁ αὐτοκράτωρ Μαρκιανὸς καὶ ἡ Πουλχερία) Ἰουβενάλιον τὸν Ἱεροσολύμων Ἐπίσκοπον, καὶ τοὺς ἀπὸ Παλαιστίνης ἐπισκόπους τότε ἐν τῇ βασιλευούσῃ ἐνδημοῦντας πόλει διὰ τὴν ἐν Χαλκηδόνι γενομένην σύνοδον, λέγουσιν αὐτοῖς: «Ἀκούομεν εἶναι ἐν Ἱεροσολύμοις τὴν πρώτην καὶ ἐξαίρετον τῆς Παναγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας Ἐκκλησίαν ἐν χωρίῳ καλουμένῳ Γεθσημανὴ ἔνθα τὸ ζωηρὸν αὐτῆς σῶμα κατετέθη ἐν σορῷ. Βουλόμεθα τοίνυν τοῦτο τὸ λείψανον ἀναγαγεῖν ἐνταῦθα εἰς φυλακτήριον τῆς βασιλευούσης ταύτης πόλεως». Ὑπολαβὼν δὲ Ἰουβενάλιος ἀπεκρίθη: «Τῇ μὲν ἁγίᾳ καὶ θεοπνεύστῳ Γραφῇ οὐκ ἐμφέρεται τὰ κατὰ τὴν τελευτὴν τῆς ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας, ἐξ ἀρχαίας δὲ καὶ ἀληθεστάτης παραδόσεως παρειλήφαμεν, ὅτι ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐνδόξου Κοιμήσεως αὐτῆς, οἱ μὲν ἄλλοι σύμπαντες ἀπόστολοι … ἐν καιροῦ ροπῇ μετάρσιοι συνήχθησαν εἰς Ἱεροσόλυμα …τὸ δὲ θεοδόχον αὐτῆς σῶμα μετ’ ἀγγελικῆς καὶ ἀποστολικῆς ὑμνωδίας παυσαμένης παρόντες οἱ ἀπόστολοι ἑνὸς αὐτοῖς ἀπολειφθέντος Θωμᾶ, καὶ μετὰ τὴν Τρίτη ἡμέραν ἐλθόντες, καὶ τὸ θεοδόχον σῶμα προσκυνῆσαι βουληθέντος, ἤνοιξαν τὴν σωρόν. Καὶ τὸ σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον οὐδαμῶς εὐρεῖν ἠδυνήθησαν, μόνα δὲ αὐτῆς τὰ ἐντάφια κείμενα εὑρόντες... ἠσφαλίσαντο τὴν σωρόν». Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται, καὶ ὅπερ εἶναι ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἕτερος τὶς θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὁ κτήτωρ τῆς ἐν Γεθσημανῇ ἐκκλησίας τῆς Θεομήτορος, ὅστις ἀμφιβόλως, θὰ ἤκμασε πρὸ τῶν αὐτοκρατόρων Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας, διότι ἐὰν οὗτοι ἦσαν οἱ κτήτορες, δὲν θὰ ἔλεγον: «Ἀκούομεν εἶναι ἐν Ἱεροσολύμοις», ὅπερ καὶ προδίδει αὐτοῦ ὡς μὴ γενομένους κτήτορας αὐτῆς. Κατὰ ταῦτα, τὸν κτήτορα καὶ ἱδρυτὴν τῆς ἐν λόγῳ ἐκκλησίας ἐν Γεθσημανῇ θὰ πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν εἰς τὸ μεταξὺ τῶν ἐτῶν 339 καὶ 450 χρονικὸν διάστημα, ἤτοι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Εὐσεβίου, ὡς προελέχθη καὶ πρὸ τοῦ Μαρκιανοῦ (450-457).

Οὕτω, σπουδαίως συμβάλλει εἰς τὸν ἀκριβέστερον καθορισμὸν τῆς ζητουμένης χρονολογίας τὸ ἐξαγόμενον ἱστορικὸν δεδομένον ἐκ τοῦ Λόγου τοῦ ἁγίου Ἱερωνύμου εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου κατὰ τοῦτον τὸν Λόγον, λεχθέντα κατὰ τὸ ἔτος 386, ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τῆς ἁγίας Παύλας, μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων δείκνυται ὁ τάφος αὐτῆς (τῆς Θεομήτορος) ἐν μέσῳ τῆς κοιλάδος τοῦ Ἰωσαφάτ, κειμένης μεταξὺ Σιὼν καὶ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν. «Σὺ δέ, ὦ Παύλα, εἶδες τὸν τόπον, ἐν ᾧ πρὸς τιμὴν αὐτῆς ἔκτισαν Ἐκκλησίαν δι’ ὡραίων λίθων. Πάντες κηρύττουσιν (ἐν Ἱερουσαλήμ), ὅτι ἡ Μαρία ἐτάφη ἐν αὐτῇ, ἀλλὰ τὸ μαυσωλεῖον αὐτῆς εἶναι κενόν».



© 2007 – 2010 jerusalem-patriarchate.info


Ἐπιτρέπεται ἡ χρήση, διάθεση καὶ ἀναπαραγωγὴ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ ἱστοχώρου γιὰ μὴ ἐμπορικοὺς

σκοπούς, μὲ μοναδικὴ προϋπόθεση τὴν ἀναφορὰ στὴν πηγὴ: jerusalem-patriarchate.info

Το Ευαγγελιο Της Κυριακής-(Κατά Ματθαίον ιη΄ 23-35)


Το Ευαγγελιο Της Κυριακής


(Κατά Ματθαίον ιη΄ 23-35)

Δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού. αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι. πεσών ουν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων· κύριε, μακροθύμησον επ΄ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι ει τι οφείλεις. πεσών ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ΄ εμοί και αποδώσω σοι. ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γενόμενα. τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ· δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι, επεί παρεκάλεσάς με· ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα; και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεναυτόν τοις βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ. Ούτω και ο πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.

Μεταφραση

(Κατά Ματθαίον ιη΄ 23-35)

«Γι΄ αυτό η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ΄ ένα βασιλιά, που θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι του. Μόλις άρχισε να κάνει το λογαριασμό, του φέρανε κάποιον που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριός του διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο, τη γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό από την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα δώσω όλα τα χρέη μου πίσω. Τον λυπήθηκε λοιπόν ο κύριός του εκείνον το δούλο και τον άφησε να φύγει· του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας έξω ο ίδιος δούλος, βρήκε έναν από τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια· τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει λέγοντάς του: ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς. Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω. Εκείνος όμως δε δεχόταν, αλλά πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ώσπου να ξεπληρώσει ότι του χρωστούσε. Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, και πήγαν και διηγήθηκαν στον κύριό τους όλα όσα έγιναν. Τότε ο κύριος τον κάλεσε και του λέει: κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρακάλεσες· δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς το σύνδουλό σου, όπως κι εγώ σπλαχνίστηκα εσένα; Και οργισμένος τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όσα του χρωστούσε. Έτσι θα κάνει και σ΄ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δε συγχωρεί τα παραπτώματα του αδερφού του μ΄ όλη του την καρδιά».


Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀχαρίστου δούλου


Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ἀ. Κυπριανοῦ

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀχαρίστου δούλου προβληματίζει ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους καὶ σίγουρα δὲν ἐννοοῦμε μὲ τὸν ὅρο «ἦθος» οὔτε τὴν ἠθικὴ οὔτε τοὺς καλοὺς τρόπους ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ τὴν στάση μας ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς γύρω μας ἀδελφούς. Στεκόμαστε μπροστὰ στὸν Θεό, γιὰ νὰ ζητήσουμε ἔλεος γιὰ τὸ πλῆθος τῶν παραπτωμάτων μας, τὴν κατασπατάληση τῶν χαρισμάτων μας εἰς «νόμους ἀλλοτρίους» ζητᾶμε νὰ γίνουμε φιλόθεοι. Οἱ φιλόθεοι μόνο εἶναι φιλάνθρωποι καὶ σκορπᾶνε ἔλεος στοὺς ἀδελφούς τους.

Δυστυχῶς ὅμως, μηδὲ καὶ ἡμῶν τῶν ἐκκλησιαζομένων καὶ δῆθεν προσευχομένων ἐξαιρουμένων, δὲν ἐπιδιώκουμε φιλοθεΐα, δὲν ἔχουμε ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἦθος. Ἐξερχόμενοι τοῦ ἱεροῦ ναοῦ «βαρεῖς ἐσμὲν πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας καὶ ἐνηλεεῖς καὶ ἀμείλικτοι» σκεπτόμενοι τὸ μικρὸ τους χρέος πρὸς ἐμᾶς καὶ δὲν φιλανθρωπεύουμε. Ὑπακούουμε στὶς σειρῆνες τῆς σύγχρονης ἐκκοσμικευμένης ζωῆς καὶ δὲν πλησιάζουμε τὸν Θεό, γιὰ νὰ ζητήσουμε ἔλεος, οὔτε πλησιάζουμε τοὺς γύρω μας, γιὰ νὰ προσφέρουμε ἔλεος. Μακριὰ ζοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό, μακριὰ ζοῦμε ἀπὸ τοὺς γύρω μας. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί εἴμαστε σκληροὶ καὶ ἀνάλγητοι καὶ ἂς φωνάζουμε καὶ ἂς ὑπογράφουμε διακηρύξεις γιὰ τὰ ἀτομικὰ καὶ ἀνθρώπινα δικαιώματα.

Ἔχουμε ἔλλειψη χριστιανικοῦ ἤθους, γι᾿αὐτὸ καὶ βρισκόμαστε στὴν ἐκκλησία ὄχι σὰν σὲ πορεία συναντήσεώς μας μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ γιατί ζητᾶμε ἕνα τόπο, στὸν ὁποῖο νὰ ἐπιβραβευθοῦν τυχὸν ἀρετές μας.

Ἡ Ἐκκλησία ἐπιτελεῖ τὸ ἔργο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ Αὐτὸς μόνον ξέρει νὰ συγχωρεῖ. Ἀποτελεῖ ἡ Ἐκκλησία τὸ δῶρο καὶ τὸ μέσον τῆς σωτηρίας. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς ποὺ ζοῦμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν συγχωρητικότητα τοῦ Κυρίου μας ὀφείλει νὰ ἀποδεικνύει ἐμπράκτως τὴν εὐγνωμοσύνη του συγχωρῶν αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐνόχλησαν, αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀδίκησαν κ.λπ. διαφορετικὰ μόνο ὡς ἀχάριστος μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῆ καὶ ἴσως τότε μεταστρέψει τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ σὲ δίκαιη ὀργή.

Κυριακή, 1 Αυγούστου 2010

Το Ευαγγελιο Της Κυριακής-Κατά Ματθαίον ιζ΄ 14-23)

Και ελθόντων αυτών προς τον όχλον προσήλθεν αυτώ άνθρωπος γονυπετών αυτόν και λέγων· Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει· πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ. και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς σου, και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ΄ υμών; έως πότε ανέξομαι υμών; φέρετέ μοι αυτόν ώδε. και επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς, και εξήλθεν απ΄ αυτού το δαιμόνιον και εθεραπεύθη ο παις από της ώρας εκείνης. Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τω Ιησού κατ΄ ιδίαν είπον· διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό; ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· δια την απιστίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν. τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία. Αναστρεφομένων δε αυτών εις την Γαλιλαίαν είπεν αυτοίς ο Ιησούς· μέλλει ο υιός του ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται. και ελυπήθησαν σφόδρα.


Μεταφραση

(Κατά Ματθαίον ιζ΄ 14-23)

Όταν έφτασαν στο πλήθος, τον πλησίασε ένας άνθρωπος, γονάτισε μπροστά του και είπε: «Κύριε, σπλαχνίσου το γιο μου, γιατί είναι επιληπτικός και υποφέρει· πολλές φορές μάλιστα πέφτει στη φωτιά και στο νερό. Τον έφερα στους μαθητές σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν». Ο Ιησούς απάντησε: «Γενεά άπιστη και διεφθαρμένη, ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε μου τον εδώ». Ο Ιησούς επιτίμησε το δαιμόνιο, και βγήκε απ΄ αυτόν· από ΄κείνη την ώρα το παιδί γιατρεύτηκε. Πήγαν τότε ιδιαιτέρως στον Ιησού οι μαθητές και τον ρώτησαν: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;» «Εξαιτίας της απιστίας σας», τους είπε ο Ιησούς. «Σας βεβαιώνω πως, αν έχετε πίστη έστω και σαν κόκκο σιναπιού, θα λέτε σ΄ αυτό το βουνό «πήγαινε από ΄δω εκεί», και θα πηγαίνει· και τίποτα δε θα είναι αδύνατο για σας. Αυτό το δαιμονικό γένος δε βγαίνει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία». Ενώ οι μαθητές περιέρχονταν στη Γαλιλαία, τους είπε ο Ιησούς: «Ο Υιός του Ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων· θα τον θανατώσουν, και την τρίτη μέρα θα αναστηθεί». Και λυπήθηκαν πάρα πολύ.

ΠΟΤΕ ΜΑΣ ΑΚΟΥΕΙ Ο ΘΕΟΣ


«Διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν;»

ΣΥΧΝΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ προσευχόμαστε στο Θεό. Τον παρακαλούμε για κάτι, που τελικά όμως δεν πραγματοποιείται. Το αίτημα μας δεν εκπληρώνεται. Η ικεσία μας δεν βρίσκει ανταπόκριση.

Και αυτό που ζητούμε από τον Θεό δεν είναι κάτι το παράλογο ή το αθέμιτο. Διότι οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι δεν δικαιούμαστε, δεν είναι καν επιτρεπτό να παρακαλούμε τον Θεό για πράγματα που είναι αντίθετα προς το Ευαγγέλιο Του, για πράγματα των οποίων η εκπλήρωση ικανοποιεί τον εγωισμό και την αρρωστημένη φαντασία μας.

Ζητούμε, λοιπόν, πράγματα λογικά και θεμιτά. Παρακαλούμε για κάτι που δεν αντιτίθεται στο θέλημα του Θεού. Ωστόσο απάντηση δεν παίρνουμε, το αίτημα μας δεν ικανοποιείται. Και πολύ φυσικά τότε αναρωτιόμαστε; Γιατί; Γιατί δεν απαντά στην προσευχή μας ο Θεός;
Στο ερώτημα αυτό, που ακούμε να διατυπώνουν συχνά πολλοί αδελφοί μας χριστιανοί, έρχεται να δώσει απάντηση η σημερινή ευαγγελική περικοπή.

Η θαυμαστή ίαση του σεληνιαζομένου νέου

ΚΑΠΟΤΕ ΠΡΟΣΗΛΘΕ στον Χριστό ένας δυστυχισμένος πατέρας. Ο γιος του ήταν άρρωστος, σεληνιαζόταν και υπέφερε φρικτά. «Πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ», ανέφερε στον Ιησού με πόνο ο πατέρας. Αρχικά τον είχε οδηγήσει στους μαθητές του Κυρίου, αλλά εκείνοι δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν. Ο Κύριος επιπλήττει το ακάθαρτο πνεύμα, και το δυστυχισμένο μέχρι εκείνη την ώρα παιδί ελευθερώνεται από την δαιμονική ενέργεια.

Οι μαθητές τότε πλησίασαν ιδιαιτέρως τον Χριστό και τον ρώτησαν: «Διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;». Δηλαδή, γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε αυτό το δαιμόνιο; Και ο Κύριος απάντησε: «Δια την απιστίαν υμών». Αιτία της αδυναμίας τους ήταν η αδύναμη πίστη, είτε η δική τους είτε, ίσως, του πατέρα και όσων παρευρίσκονταν.

Ο Θεός μας ακούει όταν πιστεύουμε ακλόνητα

Η ΙΔΙΑ ΑΙΤΙΑ βρίσκεται πίσω από τη σιωπή του Θεού και στη δική μας προσευχή, στα διάφορα αιτήματα που του απευθύνουμε. Ο Θεός σιωπά στην προσευχή μας γιατί προσευχόμαστε χωρίς βαθιά και ζωντανή πίστη. Τα όσα του ζητούμε μένουν ανεκπλήρωτα και αναπάντητα, διότι δεν τον πλησιάζουμε με εμπιστοσύνη και δεν τον παρακαλούμε με θερμή αγάπη και καθαρή καρδιά. Αυτό μας επισημαίνει ο απόστολος Παύλος: «Πιστεύσαι γαρ δει τον προσερχόμενον τω Θεώ ότι έστι και τοις εκζητούσιν αυτόν μισθαποδότης γίνεται» (Εβρ. 11,6). Η πίστη – η εμπιστοσύνη δηλαδή – και η αγάπη προς τον Θεό ανοίγει τον δρόμο και της αληθούς επικοινωνίας μαζί Του. «Ο αγαπών τον Θεόν», διδάσκει ο άγιος Νείλος ο Ασκητής, «τούτω ως πατρί αεί συνομιλεί».

Ο ίδιος ο Κύριος μας έχει διδάξει: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. 7. 7). Μόνο που αυτό πρέπει να γίνεται με θερμή πίστη, όπως επισημαίνει αλλού: «Όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε» (Ματθ. 21,22). Και όπως πάλι ο ίδιος υπογραμμίζει στο σημερινό Ευαγγέλιο, «αν έχετε πίστη έστω και σαν κόκκο σιναπιού θα λέτε σ’ αυτό το βουνό πήγαινε από δω εκεί και θα πηγαίνει. Και κανένα πράγμα δεν θα είναι αδύνατο για σας» (στιχ. 20).

Ο Θεός μας ακούει όταν προσευχόμαστε θερμά

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΟΜΩΣ προσθέτει και κάτι άλλο που φωτίζει το ερώτημα των μαθητών Του: «Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία». Δηλαδή, αυτό το είδος των δαιμονίων δεν βγαίνει από τον άνθρωπο που έχει καταληφθεί από αυτό, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία. Η χριστιανική μας υπόσταση δεν ορίζεται μόνο από την πίστη, μια πίστη θεωρητική και άκαρπη πολλές φορές. Αξεχώριστο και συστατικό της στοιχείο είναι και η πράξη, η εν Χριστώ ζωή. Και δυο από τις βασικές εκδηλώσεις μιας γνήσιας χριστιανικής ζωής είναι η προσευχή και η νηστεία.

Για να μας ακούσει ο Θεός οφείλουμε να προσευχόμαστε. Να προσευχόμαστε με εμπιστοσύνη και θερμή διάθεση, με επιμονή και αφοσίωση. Στο ναό μαζί με όλους τους άλλους αδελφούς μας. Στο δρόμο, στην πόλη, στην εξοχή. Την ημέρα, τη νύχτα. Τίποτε δεν υπάρχει πιο γλυκό από την θερμή, την πύρινη προσευχή. Αλλά και τίποτε δραστικότερο. «Πανοπλία γαρ ως αληθώς ουράνιος η θεία προσευχή» παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Και αυτό αποδεικνύεται από την προσευχή των Αγίων, με τη δύναμη της οποίας γίνονται θαύματα.

Ο Θεός μας ακούει και όταν νηστεύουμε θεαρέστως

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΙΠΛΑ στην προσευχή τοποθετεί και τη νηστεία. Με την προσευχή επιδιώκουμε να συναντήσουμε τον Θεό και να συνομιλήσουμε μαζί Του. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει την ελευθερία από τα πάθη μας. Την αποδέσμευση μας από οποιαδήποτε δεσμά που μας κρατούν αιχμαλώτους και ανακόπτουν την επιθυμία μας για μια γνήσια προσευχή. Στην προσπάθεια αυτή βοηθά η νηστεία, η κακοπάθεια γενικότερα του σώματος. Δυστυχώς η υλιστική νοοτροπία της εποχής μας δεν επιτρέπει σε πολλούς ανθρώπους να κατανοήσουν την αξία της νηστείας και γενικότερα της σωματικής ασκήσεως της νηστείας και γενικότερα της σωματικής ασκήσεως για λόγους πνευματικούς. Ωστόσο θα πρέπει να γίνει απολύτως σαφές ότι προσευχή χωρίς άσκηση δεν υπάρχει. Προσευχή χωρίς αγώνα πνευματικό δεν επιτυγχάνεται. Προσευχή χωρίς την υπερνίκηση του σαρκικού φρονήματος είναι αδύνατον να κατορθώσουμε.

Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στη ζωή των Αγίων. Την προσπάθεια τους για προσευχή συνόδευε και η άσκηση του σώματος. Η προσευχή τους ενίσχυε τον αγώνα τους. Και ο αγώνας τους ενδυνάμωνε την προσευχή τους. Η νηστεία κατά την απλανή διδασκαλία των θεοφόρων Πατέρων μας αποτελεί ένα πνευματικό αγώνισμα. Φυγαδεύει τους δαίμονες. Ελευθερώνει τον άνθρωπο από την κυριαρχία των παθών. Νεκρώνει τις σαρκικές επιθυμίες. Δυναμώνει την προσευχή. Και εξαγνίζοντας το νου τον ανεβάζει μέχρι τον θρόνο του Θεού.

Μια προσευχή που έγινε εισακουστή αμέσως

ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟΝ Ευεργετινό ότι κάποτε στο όρος Σινά ασκήτευε ένας γέροντας ασκητής. Μια μέρα στην έρημο τον συνάντησε ένας νεότερος μοναχός και του είπε με αναστεναγμό:

- Πάτερ μου, ταλαιπωρούμαστε πολύ εξαιτίας της ανομβρίας.

- Γιατί, ρώτησε ο γέροντας, δεν προσεύχεστε και δεν παρακαλείτε τον Θεό να βρέξει;

- Και προσευχόμαστε, απάντησε ο αδελφός, και λιτανείες κάνουμε. Αλλά δεν βρέχει.

- Ασφαλώς, λέει πάλι ο ασκητής, δεν θα προσεύχεσθε εντατικά και από τα βάθη της ψυχής σας. Θέλεις, λοιπόν, να το διαπιστώσεις και συ; Ας προσευχηθούμε μαζί.

Τότε ο γέροντας ασκητής ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και προσευχήθηκε. Και αμέσως άρχισε να βρέχει!