Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Κυριακή των Αγίων Πάντων

Το Ευαγγέλιο και το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής,

η απόδοσή τους στην νεοελληνική
και κήρυγμα επί του Ευαγγελίου.
 
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

 Κεφάλαιο 10, χωρία 32 έως 33 και από 37 έως 38
και Κεφάλαιο 19, χωρία 27 έως 30)


















«Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῾Ο φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ ᾿Ισραήλ. καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.»

ΑΠΟΔΟΣΗ

Είπε ο Κύριος στους μαθητές Του. Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους θα ομολογήσω κι εγώ γι' αυτόν μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου. Όποιος με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου. Εκείνος πού αγαπάει περισσότερο από μένα τον πατέρα ή τη μητέρα του, δεν είναι άξιος για μένα· και εκείνος πού αγαπάει περισσότερο από μένα τον γιο ή τη θυγατέρα του δεν είναι άξιος για μένα. Και οποίος δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος για μένα. Τότε αποκρίθηκε ο Πέτρος και του λέγει: Να, εμείς τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε. Ποια τάχα θα είναι η απολαβή μας; Και ο Ιησούς του είπε: Σας βεβαιώνω πώς εσείς, πού με ακολουθήσατε, όταν ο υιός του ανθρώπου θα καθίσει στον θρόνο της δόξης του, τότε θα καθίσετε και σεις σε δώδεκα θρόνους κρί­νοντες τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας πού άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή παιδιά ή γυναίκα ή χωράφια για το όνομα μου, θα πάρει εκατονταπλάσια και θα κληρονομήσει την αιώνιο ζωή. Πολλοί δε πού είναι πρώτοι θα βρεθούν τελευταίοι και πολλοί πού θα είναι τελευταίοι θα βρεθούν πρώτοι.

***
Από την προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου,

Κεφάλαιο 11, χωρία 33 έως 40

και Κεφάλαιο 12, χωρίο 2

«Oἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν ᾿Ιησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν.»

ΑΠΟΔΟΣΗ

Με την πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, επέβαλαν το δίκαιο, πέτυχαν την πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Θεού, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς, διέφυγαν τη σφαγή, έγιναν από αδύνατοι ισχυροί, αναδείχτηκαν ήρωες στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή εχθρικά στρατεύματα, γυναίκες ξαναπήραν πίσω στη ζωή τους ανθρώπους τους, κι άλλοι βασανίστηκαν ως το θάνατο, χωρίς να δεχτούν την απελευθέρωσή τους, γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να αναστηθούν σε μια καλύτερη ζωή. Άλλοι δοκίμασαν εξευτελισμούς και μαστιγώσεις, ακόμη και δεσμά και φυλακίσεις. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, θανατώθηκαν με μαχαίρι, περιπλανήθηκαν ντυμένοι με προβιές και κατσικίσια δέρματα, έζησαν σε στερήσεις, υπέφεραν καταπιέσεις, θλίψεις και κακουχίες - κόσμος δεν ήταν άξιος να έχει τέτοιους ανθρώπους – πλανήθηκαν σε ερημιές και βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης. Όλοι οι παραπάνω, παρά την καλή μαρτυρία της πίστης του, δεν πήραν ότι τους υποσχέθηκε ο Θεός, ο οποίος είχε προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι ώστε να μη φθάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς. Ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί. Αυτόν που, αντί για τη χαρά που θα μπορούσε να έχει, υπέμεινε το σταυρικό θάνατο περιφρονώντας την ατίμωση, και κάθισε στα δεξιά του θρόνου του Θεού.

***
Κυριακή των Αγίων Πάντων
(Ματ. ι', 32-33,37-38 & ιθ', 27-30)

κήρυγμα επί του Ευαγγελίου
του Ιωάννη Δήμου
Θεολόγου - Φιλολόγου

Ο πόλεμος χαρακτηρίστηκε ως αναγκαίο κακό, επειδή οι άνθρωποι πολλές φορές αντιμετωπίζουν πολέμους ή και βρίσκονται στην ανάγκη να πολεμήσουν. Αλλά εάν υπάρχει πόλεμος που γίνεται για τη σωματική και εθνική ελευθερία, υπάρχει και αγώνας πνευματικός που γίνεται για τη διατήρηση της ηθικής ελευθερίας, δηλαδή για την απαλλαγή από τα πάθη και την αμαρτία. Αυτός είναι ο λεγόμενος αόρατος πόλεμος. Αυτόν τον αόρατο πόλεμο παρακολουθεί και στεφανώνει τους νικητές ο πρώτος και μοναδικός νικητής της αμαρτίας, ο Υιός και Λόγος του Θεού. Δεν είναι άλλος από το Χριστό που λέει στους αγωνιστές, «τω νικώντι δώσω τον στέφανον της ζωής και ο νικών, θα καθίσει μετ' εμού εις τον θρόνον μου, καθώς και εγώ ενίκησα και εκάθισα εν τω θρόνω του πατρός μου».

Για το λόγο αυτό κάθε μέρα προβάλλονται στο προσκήνιο της Εκκλησίας μορφές γενναίων αγωνιστών, των οποίων τα ονόματα και τα κατορθώματα αναφέρονται για παραδειγματισμό των επερχόμενων μεταγενέστερων γενεών. Όμως κατά την Κυριακή των Αγίων Πάντων εμφανίζεται και παρελαύνει στην εκκλησιαστική σκηνή ολόκληρος ο θίασος των αγωνιστών και το νέφος των μαρτύρων της Εκκλησίας, στεφανωμένοι με τον αμάραντο στέφανο της δόξας. Είναι οι αδελφοί του Χριστού που έπλυναν τη στολή της ψυχής τους στο Αίμα του Αρνίου και δοξάστηκαν από το Θεό. Αυτή τη θριαμβευτική στρατιά, στο πέρασμα της οποίας συντρίβονται όλες οι αντίθετες δυνάμεις, αποτελούν αγωνιστές προερχόμενοι από κάθε φυλή και γλώσσα, από κάθε κοινωνική τάξη, και από κάθε γένος. Έτσι αντικρίζει κανείς, με τα μάτια της ψυχής, νήπια που σφαγιάστηκαν, νέους και νεανίδες που δεν υπέκυψαν, άνδρες και γυναίκες, διακόνους, πρεσβυτέρους και επισκόπους, ευαγγελιστές, ιεραποστόλους και προφήτες που μαρτύρησαν.

Όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί, γνωστοί και άγνωστοι, που είναι αδύνατο να αναφερθούν, επειδή έμειναν πιστοί στο θέλημα του Θεού, τιμώνται σήμερα την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Το αίμα των γενναίων αυτών αγωνιστών έβαψε κόκκινο το ένδυμα της Εκκλησίας και πότισε το δένδρο της πίστεως. Τα ακτινοβόλα πρόσωπα των αγίων στολίζουν το στέμμα της Εκκλησίας και αποτελούν αφορμή για μίμηση, γιατί τότε τιμάμε τους αγίους όταν μιμούμαστε τη ζωή τους. Πράγματι, όπως κάθε μητέρα οδηγεί τα παιδιά της και προτρέπει αυτά να μιμηθούν το παράδειγμα εκείνων που έζησαν με υψηλά ιδανικά χάριν των οποίων, όταν χρειάσθηκε, πρόσφεραν και τη ζωή τους, κατά παρόμοιο τρόπο και η Εκκλησία οδηγεί τα παιδιά της να μιμηθούν τους ήρωες της πίστεως. Έτσι λοιπόν, οι αγωνιζόμενοι Χριστιανοί πρέπει να μείνουν πιστοί μέχρι θανάτου, μιμούμενοι το παράδειγμα των Αγίων.

Τι πρέπει όμως να κάνουν όσοι θέλουν να μιμηθούν τους αγίους και επιθυμούν αληθινά την αγιότητα; Είναι ανάγκη να εκτιμήσουν την αξία της και πάντοτε να είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τα πάντα για την επίτευξη της. Όσοι επιθυμούν την αγιότητα πρέπει να διώχνουν τον εγωισμό τους και να παραχωρούν μέσα τους τη θέση στον Υιό του Θεού, που είναι ο Κύριος και Θεός τους, και που χαρίζει τον αγιασμό στους αγωνιζόμενους πιστούς. Ο Χριστός δίνει τη χάρη Του στους πιστούς για να ολοκληρώσουν τον πνευματικό τους αγώνα και να ακολουθήσουν το παράδειγμα των αγίων. Το παράδειγμα εκείνων οι οποίοι δόξασαν το Θεό αφού υπερνίκησαν τον εαυτό τους, και ενώ έζησαν στον κόσμο αυτό υψώθηκαν πάνω από αυτόν και έζησαν τη ζωή του Χριστού. Αυτοί είναι οι Άγιοι Πάντες που γιορτάζουμε σήμερα, η βοήθεια των οποίων ας σκεπάζει όλους μας. Αμήν.






Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος.ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Ιωάννη κεφ. ζ' στίχοι 37-52 και η' 12).

Σήμερα γιορτάζουμε στην Εκκλησία μας τη μεγάλη γιορτή ι ης Αγίας Πεντηκοστής. Ο Κύριος πάντα μιλούσε στους μαθητές του για το Άγιο Πνεύμα, που θα έστελνε στον κόσμο από τον Ουράνιο Πατέρα του για να μείνει στην Εκκλησία για πάντα. Και πριν από την Ανάληψη του ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές για  Άγιο Πνεύμα, όταν τους έλεγε: «Καθίστε στην Ιερουσαλήμ μέχρι που να οπλιστείτε με δύναμη από τον ουρανό» (Λουκά κεφ. κδ' στίχος 49). Σε άλλη περίσταση τους έλεγε αυτά, που περιλαμβάνει το σημερινό μας Ευαγγέλιο.

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.
«Εν δε τη εσχάτη ημερα τη μεγάλη της εορτής ειστήκει ο Ιησούς και έκραξε λέγων εάν τις διψεί, ερχέσθω προς με και πινέτω. ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της καρδίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν· ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη.

Πολλοί ούν εκ του όχλου άκούσαντες τον λόγον έλεγον ούτος εστίν αληθώς ο προφήτης. Άλλοι έλεγον μη γαρ εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; ουχί η γραφή είπεν ότι εκ του σπέρματος Δαβίδ και από Βηθλεέμ της κώμης όπου ην Δαβίδ, ο Χριστός έρχεται; σχίσμα ουν εν τω όχλω εγένετο δι' αυτόν. Τινές δε ήθελον εξ αυτών πιάσαι αυτόν, αλλ' ουδείς επέβαλεν επ' αυτόν τας χείρας. Ήλθον ούν οι υπηρέται προς τους αρχιερείς και Φαρισαίους, και είπον αυτοίς εκείνοι· διατί ουκ ηγάγετε αυτόν; απεκρίθησαν οι ύπηρέται· ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος.

Απεκρίθησαν ούν αυτοίς οι Φαρισαίοι· μη και υμείς πεπλάνησθε; μη τις εκ των αρχόντων επίστευσεν εις αυτόν η εκ των Φαρισαίων; αλλ' ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον νόμον επικατάρατοί εισί!

Λέγει Νικόδημος προς αυτούς, ο ελθών νυκτός προς αυτόν, εις ων εξ αυτών· μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ' αυτού πρότερον και γνω τι ποιεί; απεκρίθησαν και είπον αυτώ· μη και συ εκ της Γαλιλαίας εί; ερεύνησον και ίδε ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται. Και επορεύθη έκαστος εις τον οίκον αυτού. Πάλιν ούν αυτοίς ο Ιησούς ελάλησε λέγων· εγώ ειμί το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φως της ζωής».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Την τελευταία μέρα της μεγάλης γιορτής στάθηκε ο Ιησούς και φώναξε δυνατά λέγοντας· όποιος διψά ας έρχεται σε μένα και ας πίνει. Όποιος πιστεύει σε μένα, όπως το είπε η Γραφή, θα τρέξουν από την καρδιά του ποταμοί ζωντανού νερού. Και το είπε αυτό για το Πνεύμα που θα έπαιρναν εκείνοι που θα πίστευαν Πνεύμα, επειδή ο Χριστός ακόμα δεν είχε δοξαστεί.

Πολλοί λοιπόν από το λαό, όταν άκουσαν το λόγο έλεγαν αυτός είναι αληθινά ο προφήτης. Άλλοι έλεγαν αυτός είναι ο Χριστός. Άλλοι έλεγαν μήπως από τη Γαλιλαίο έρχεται ο Χριστός; Μήπως δεν το είπε η γραφή πως από τη γενιά του Δαβίδ και από το χωριό Βηθλεέμ, που καταγόταν ο Δαβίδ, έρχεται ο Χριστός; Χωρίστηκαν λοιπόν οι γνώμες ανάμεσα στο λαό γι' αυτόν. Μερικοί δε από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε χέρι επάνω του. Ήλθαν λοιπόν οι υπηρέτες στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους και τους είπαν εκείνοι· γιατί δεν τον πιάσατε να τον φέρετε εδώ;

Αποκρίθηκαν οι υπηρέτες· ποτέ δε μίλησε έτσι άνθρωπος, όπως αυτός εδώ ο άνθρωπος. Οι Φαρισαίοι λοιπόν τους απάντησαν μήπως και σεις έχετε πλανηθεί; Είδατε κανένα από τους άρχοντες η από τους Φαρισαίους να πιστέψει σ' αυτόν; Όμως αυτός ο όχλος, που δε γνωρίζει το νόμο, πιστεύει σ' αυτόν και γι' αυτό είναι καταραμένοι.

Τότε τους λέγει ο Νικόδημος, που ήλθε στον Ιησού τη νύκτα και που ήταν ένας από αυτούς που τον πίστευαν. Μήπως μπορεί ο νόμος μας να κρίνει αυτό τον άνθρωπο, αν προηγουμένως δεν ακούσει τον ίδιο και μάθει τι ακριβώς κάνει; Τότε του αποκρίθηκαν και του είπαν μήπως και συ είσαι από τη Γαλιλαία; Ψάξε να δεις, πως κανένας προφήτης δεν έχει βγει ποτέ από τη Γαλιλαία. Και ο καθένας πήγε στο σπίτι Του. Πάλι ο Χριστός τους μίλησε και τους έλεγε· εγώ είμαι το φως του κόσμου· όποιος με ακολουθεί δε θα περπατήσει στο σκοτάδι, αλλά θα έχει μέσα του το φως της ζωής.


Γ' ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ

1. Στη γιορτή της Σκηνοπηγίας, οι Ισραηλίτες έριχναν συμβολικά νερό στο θυσιαστήριο, που πρόσφεραν τις θυσίες των ολοκαυτωμάτων (= όταν έκαιγαν ολόκληρο το θυσιαζόμενο ζώο). Ο Ιησούς Χριστός παίρνει αφορμή από αυτό και λέγει στον κόσμο: «όποιος διψάει, ας έρχεται σε μένα και ας πίνει». Αυτό το νερό είναι το Άγιο Πνεύμα, που θα έλθει στον κόσμο για να μας φωτίσει όλους να καταλάβουμε τις αιώνιες αλήθειες που ο Κύριος μας δίδαξε.

2. Το Άγιο Πνεύμα ίδρυσε, όπως ξέρουμε, την ημέρα της Πεντηκοστής την Αγία Εκκλησία μας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Κεφαλή του Σώματος είναι ο Ιησούς Χριστός. Μέλη του Σώματος είμαστε εμείς, όλοι οι άνθρωποι. Μέσα στην Εκκλησία, γινόμαστε όλοι οι άνθρωποι παιδιά του Θεού και έτσι ζούμε την αιώνια ζωή του «Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

3. Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριά δος. Στο Σύμβολο της Πίστεως μας ομολογούμε: «Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των Προφητών». Ο Κύριος ονομάζει το Άγιο Πνεύμα «Παράκλητο». Γι' αυτό , όταν προσευχόμαστε στην Εκκλησία, λέμε: «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών (= εσύ που γεμίζεις με την παρουσία σου τα πάντα). Στη θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας ο ιερέας με τις ευχές και τις διάφορες εκφωνήσεις τονίζει τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Στο ιερότερο σημείο της θείας Λειτουργίας, όταν ο ιερέας λέγει: «Τα σα εκ των σων...» παρακαλούμε το Θεό: «Κατάπεμψον (= στείλε) το Πνεύμα σου το Άγιον εφ' ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα και με μυστηριακό τρόπο μεταβάλλει τον Άρτο και τον Οίνο σε Τίμιο Σώμα και Άχραντο Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

4. Ο καθένας μας από μικρός ακόμη πρέπει να ετοιμάζει τον εαυτό του, ώστε να δεχτεί μέσα του το Άγιο Πνεύμα. Να καθαρίζει τον εαυτό του από κάθε αμαρτία και να ζητεί στην προσευχή του τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν, πως ο σκοπός της ζωής κάθε ανθρώπου, είναι να λάβει μέσα του το Άγιο Πνεύμα. Τότε ο άνθρωπος, όπως έχουμε μάθει και από την Κατήχηση μας, πραγματοποιεί το θείο προορισμό του, που είναι η ένωση και η κοινωνία του στην αιώνια ζωή του Θεού.

Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:

«"Όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται (= οδηγούνται) ούτοι εισίν υιοί Θεού» (Ρωμαίους κεφ. η' στίχος 14).

E ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ

«Ευλογητός ει, Χριστέ, ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το Άγιον, και δι' αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας, Φιλάνθρωπε, δόξα σοι» (Απολυτίκιο της Πεντηκοστής).

2. «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος (= από κάθε αμαρτία) και σώσον αγαθέ τα ψυχάς ημών» (Προσευχή της Εκκλησίας στο Άγιο Πνεύμα).

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

Κυριακή των Αγίων Πατέρων.

(Ιωάννη κεφ. ιζ' στίχοι 1-13).

Α' ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το σημερινό Ευαγγέλιο μας παρουσιάζει την προσευχή, που o Κύριος έκανε μετά από το Μυστικό Δείπνο στον κήπο της Γεθ-σημανή. Την ονομάζουμε αρχιερατική προσευχή του Κυρίου. Η Εκκλησία διαβάζει αυτή την ευαγγελική περικοπή, γιατί σήμερα γιορτάζει την ιερή μνήμη των Αγίων Πατέρων, που πήραν μέρος στην Α' Οικουμενική-Σύνοδο (325 μ.Χ.) Η Εκκλησία πανηγυρίζει σήμερα, γιατί επικράτησε η αλήθεια για τη Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.


ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Τω καιρώ εκείνω επάρας ο Ιησούς τους οφθαλμούς αύτού εις τον ούρανόν είπεν· πάτερ, ελήλυθεν η ώρα· δόξασαν σου τον υιόν, ίνα και ο υιός σου δοξάση σε, καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα πάν ό δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον. Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν.

Εγώ σε εδόξασα επί της γης, το έργον ετελείωσα ό δέδωκας μοι ίνα ποιήσω· και νυν δόξασον με συ, πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη ή είχον πρό του τον κόσμον είναι παρά σοί.

Εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις ους δέδωκας μοι εκ του κόσμου. Σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τον λόγον σου τετηρήκασι. Νυν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκας μοι παρά σου εστίν· ότι τα ρήματα ά δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς, και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθαν, και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας. Εγώ περί αυτών ερωτώ· ου περί του κόσμου ερωτώ, αλλά περί ων δέδωκας μοι, ότι σοι εισί, και τα εμά πάντα σα εστί και τα σα εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς. Και ούκέτι είμι εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κοσμώ εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. Πάτερ άγιε, τήρησον εν τω ονόματι σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς.

Ότε ήμην μετ' αυτών εν τω κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματι σου· ους δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο, ει μη ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή. Νυν δε προς σε έρχομαι, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την έμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς».

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Εκείνο τον καιρό σήκωσε ο Ιησούς τα μάτια του στον ουρανό και είπε· Πατέρα, ήλθε η ώρα. Δόξασε τον υιό σου και ο υιός σου θα σε δοξάσει. Γιατί του έδωσες εξουσία πάνω σ' όλους τους ανθρώπους για να δώσει σ' όλους αυτούς που του έδωσες ζωή αιώνιο. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν εσένα, που είσαι ο μόνος αληθινός Θεός και τον Ιησού Χριστό, που απέστειλες στον κόσμο.
Εγώ σε δόξασα στη γη, τελείωσα το έργο που μου έδωσες να κάνω· και τώρα δόξασε με συ, Πατέρα, κοντά σου με εκείνη τη δόξα που είχα μαζί σου πριν από την κτίση του κόσμου.

Φανέρωσα το όνομα σου στους ανθρώπους που μου έδωσες από τον κόσμο· δικοί σου ήταν και τους έδωσες σε εμένα· αυτοί φύλαξαν το λόγο σου. Τώρα κατάλαβαν πως όλα όσα δόθηκαν σε μένα είναι από σένα· γιατί εγώ τα λόγια που μου έδωσες έδωσα σ' αυτούς, και αυτοί τα πήραν και κατάλαβαν στ' αλήθεια πως εγώ βγήκα από σένα, και πίστεψαν πως εσύ με απέστειλες. Εγώ γι' αυτούς παρακαλώ· δεν- παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι' αυτούς που μου έδωσες, γιατί δικοί σου είναι. Και όλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μου, και έχω δοξαστεί ανάμεσα τους. Και δεν είμαι πια στον κόσμο, αυτοί όμως βρίσκονται στον κόσμο και εγώ έρχομαι σ' εσένα. Πάτερ άγιε, αυτούς που μου έδωσες φύλαξε τους στο όνομα σου, για να είναι ένα, όπως εμεις.

Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, τους φύλαγα στο όνομα σου· αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα και κανένας απ' αυτούς δε χάθηκε, παρά μόνο ο υιός της απώλειας, για να εκπληρωθεί η Γραφή. Και τώρα έρχομαι σ' εσένα και λέγω αυτά, ενώ ακόμα βρίσκομαι στον κόσμο, για να είναι γεμάτοι από τη δική μου χαρά.

ΑΝΑΛΥΣΗ

1. Η Εκκλησία, όπως είπαμε, έχει αφιερώσει τη σημερινή Κυριακή στους άγιους Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Με αυτοκρατορικό διάταγμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου συγκεντρώθηκαν 318 Πατέρες της Εκκλησίας μας για να καταδικάσουν τη φοβερή αίρεση του Αρείου. Δεν μπορούσε με πίστη και ταπείνωση να δεχτεί το μυστήριο της Αγίας Τριάδας. Δηλαδή πως ο Θεός είναι στη φύση Του Ένας, αλλά Τριαδικός στα Πρόσωπα. Είναι ο Θεός Πατέρας, ο Θεός Υιός και ο Θεός Άγιο Πνεύμα. Έλεγε τάχα τις, πως δεν μπορεί να υπάρχουν πολλοί θεοί, γι' αυτό και δεχόταν με τη μικρή και σφαλερή ανθρώπινη σκέψη του, πως ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού.

2. Αυτή η διδασκαλία ήταν φοβερή απειλή για τα μέλη της Εκκλησίας και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Ο Χριστός μας λυτρώνει και μας σώζει από την αμαρτία, γιατί είναι αδιάσπαστα ενωμένος με τον Ουράνιο Πατέρα του. Άλλωστε ο ίδιος μας βεβαιώνει στο Ευαγγέλιο: «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (=είμαστε ένα). Τέτοιοι σωσμένοι άνθρωποι υπήρχαν και υπάρχουν πάντα στην Εκκλησία μας. Οι άγιοι Απόστολοι, οι Πατέρες, οι άγιοι και οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας είναι η τρανότερη απόδειξη της Θεότητας του Ιησού Χριστού.

3. Η Α' Οικουμενική Σύνοδος με επικεφαλής τον άγιο Αθανάσιο καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ως εσφαλμένη, ψεύτικη και γεμάτη από πλάνη. Η Εκκλησία μας ζει καθημερινά το θαύμα της εν Χριστώ σωτηρίας και αγιότητας των ανθρώπων. Όλα τα θαύματα των Αγίων μας εμψυχώνονται από τη θεϊκή δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Η Εκκλησία μας ονομάζει τον Κύριο: «Χριστός ο αληθινός Θεός ημών», «ό Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, αθάνατος υπάρχων... είς ων (=ένας υπάρχει) της Αγίας Τριάδος συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι». «Πατέρα Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον».

4. Στην αρχιερατική του προσευχή ο Κύριος προσεύχεται στον επουράνιο Πατέρα του: α) για τους μαθητές του, β) για εκείνους τους ανθρώπους, που θα πιστέψουν στο όνομα του και θα είναι όλοι ενωμένοι στην Αγία Εκκλησία, γ) ζητεί να βρεθούν όλοι οι άνθρωποι κοντά του, στον Παράδεισο, ώστε να απολαμβάνουν τη δόξα που είχε ο Χριστός με τον Πατέρα του· πριν ακόμα κτιστεί ο κόσμος. Αυτό μας φανερώνει πολύ καθαρά την αλήθεια της Θεότητας του Ιησού Χριστού.

Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:

«Ομολογούμεν τον Κύριον ημών Ιησούν ριστόν, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον» (Απόφαση της Γ Οικουμενικής Συνόδου, στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).

Ε' ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ

«Τι θα πει να είμαστε μέσα στην Εκκλησία; θα πει να μην αφήνουμε τη θρησκεία μας και την πίστη μας. Θα πει να έχουμε ανάμεσα μας αγάπη, εκείνη την αγάπη, που μας διδάσκει ο Χριστός. Θα πει να μην λείπουμε από τη θεία Λειτουργία, να εξομολογούμαστε και να κοινωνούμε. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός και όποιος είναι μέσα στην Εκκλησία είναι με το Χριστό».

(Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Λόγος Παρακλήσεως, Κοζάνη 1967).

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Κυριακή του Τυφλού.

(Ιωάννη κεφ. θ'-στ’)




Ο Κύριος μας φανερώνει με το σημερινό θαύμα ότι είναι ο αληθινός Θεός, που χαρίζει και πάλι το φως στο δυστυχισμένο άνθρωπο. Συνάμα όμως μας βοηθάει να καταλάβουμε ότι αυτός Θεός είναι το «φως του κόσμου» (Ιω. η' 12). Αυτό το φως μας θυμίζει το Άγιο Πνεύμα.


ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
«Τω καιρώ εκείνω παράγων ο Ιησούς είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής. Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες; ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος η οί γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Απεκρίθη ο Ιησούς- ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Εμέ δε εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ήμέρα εστίν έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Όταν εν τω κόσμω, φως ειμί του κόσμου. Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ· ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ό ερμηνεύεται απεσταλμένος.

Απήλθεν ούν και ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Οι ούν γείτονες και οι θεωρούντες αυτόν το πρότερον ότι τυφλός ην, έλεγον ούχ ούτος εστίν ο καθήμενος και προσαιτών; άλλοι έλεγον ότι ούτος εστίν άλλοι δε ότι όμοιος αυτώ εστίν. Εκείνος έλεγεν ότι εγώ ειμί. Έλεγον ούν αυτώ· πώς ανεώχθησάν σου οι οφθαλμοί; απεκριθη εκείνος και είπεν άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς πηλόν εποίησε και επέχρισε μου τους οφθαλμούς και είπέ μοι· υπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και νίψαι· απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα.

Είπον ούν αυτώ· που εστίν εκείνος; λέγει· ουκ οίδα. Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτέ τυφλόν. Ην δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αύτού τους οφθαλμούς. Πάλιν ούν ήρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι πώς ανέβλεψεν. ο δε είπεν αυτοίς· πηλόν επέθηκέ μου επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην, και βλέπω. Έλεγον ούν εκ των Φαρισαίων τινές· ούτος ο άνθρωπος ουκ εστί παρά του Θεού, ότι το σάββατον ου τηρεί. Άλλοι έλεγον πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός τοιαύτα σημεία ποιείν; και σχίσμα ην εν αυτοίς.

Λέγουσι τω τυφλώ πάλιν συ τι λέγεις περί αυτού, ότι ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν. Ουκ επίστευσαν ούν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ην και ανέβλεψεν, έως ότου εφώνησαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος και ηρώτησαν αυτούς λέγοντες· ούτος εστίν ο υιός υμών, όν υμείς λέγετε ότι τυφλός εγεννήθη; πώς ούν άρτι βλέπει; απεκρίθησαν δε αυτοίς οι γονείς αυτού και είπον οίδαμεν ότι ούτος εστίν ο υιός ημών και ότι τυφλός εγεννήθη. Πώς δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει. Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, ότι εφοβούντο τους Ιουδαίους· ήδη γαρ συνετέθειντο οι Ιουδαίοι ίνα, εάν τις αυτόν ομολογήση Χριστόν, αποσυνάγωγος γένηται. Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε. Εφώνησαν ούν εκ δευτέρου τον άνθρωπον ός ην τυφλός, και είπον αυτώ· δός δόξαν τω Θεώ· ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστίν.

Απεκρίθη ούν εκείνος και είπεν ει αμαρτωλός εστίν ουκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω. Είπον δε αυτώ πάλιν τι εποίησέ σου; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς; Άπεκρίθη αυτοίς· είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τι πάλιν θέλετε ακούειν; μη και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι; ελοιδόρησαν αυτόν και είπον συ ει μαθητής εκείνου· ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμεν ότι Μωυσή λελάληκεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν.

Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπεν αυτοίς· εν γαρ τούτω θαυμαστόν εστίν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς. Οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ' εάν τις θεοσεβής ή και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. Εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ηνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου. Ει μη ην ούτος παρά Θεού, ουκ ηδύνατο ποιείν ουδέν. Απεκρίθησαν και είπον αυτώ· εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω. Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού; απεκρίθη εκείνος και είπε: και τίς εστί, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν; Είπε δε αυτώ ο Ιησούς- και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστίν. ο δε έφη· πιστεύω, Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ.
Εκείνο τον καιρό, καθώς περνούσε ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τότε τον ρώτησαν οι μαθητές του και του λέγουν διδάσκαλε, ποιύς αμάρτησε, αυτός η οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός; Αποκρίθηκε ο Ιησούς· ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν σ' αυτόν τα έργα του Θεού. Εγώ πρέπει να εργάζομαι τα' έργα εκείνου που με έστειλε, ως που ακόμη είναι ημέρα· έρχεται νύχτα όπου κανένας δεν μπορεί να εργάζε ται. Όταν είμαι στον κόσμο, φως εί· μαι του κόσμου. Αφού είπε αυτά έφτυσε χάμω και με το σάλιο έκαμε λάσπη και έβαλε τη λάσπη πάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε: πήγαινε να νιφτείς στη δεξαμενή του Σιλωάμ, που στα ελληνικά θέλει να πει «απεσταλμένος».

Πήγε λοιπόν και νίφτηκε και ήλθε βλέποντας. Ο γειτόνοι του λοιπόν και εκείνοι που τον έβλεπαν και ήξεραν πως πρώτα ήταν τυφλός, έλεγαν αυτός δεν είναι που καθόταν και ζητιάνευε; Αλλοι έλεγαν πως αυτός είναι· άλλοι πως κάποιος όμοιος του· εκείνος έλεγε πως εγώ είμαι· του έλεγαν λοιπόν πώς ανοίχτηκαν τα μάτια σου; Αποκρίθηκε εκείνος και είπε· ένας άνθρωπος που λέγεται Ιησούς έκαμε λάσπη και έβαλε πάνω στα μάτια μου και μου είπε: πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Πήγα λοιπόν και νίφτηκα και είδα το φως μου.

Του είπαν: που είναι εκείνος; Λέγει· δεν ξέρω. Παίρνουν τον άλλοτε τυφλό και τον πηγαίνουν στους Φαρισαίους. Ήταν δε Σάββατο όταν έκαμε τη λάσπη ο Ιησούς και άνοιξε τα μάτια του τυφλού. Ρωτούσαν λοιπόν πάλι οι Φαρισαίοι τον άλλοτε τυφλό, πώς είδε το φως του· και αυτός τους είπε· έβαλε λάσπη πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω. Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους· αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από το Θεό, γιατί δε φυλάει την αργία του Σαββάτου. Άλλοι έλεγαν πώς μπορεί άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαύματα; Έτσι χωρίστηκαν οι γνώμες μεταξύ τους.

Λέγουν πάλι στον τυφλό. Συ τι λες γι' αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί τα δικά. σου μάτια άνοιξε. Και αυτός είπε πως; είναι προφήτης. Δεν πίστεψαν λοιπόν οι Ιουδαίοι γι' αυτόν πως ήταν τυφλός και είδε το φως του, μέχρι που φώναξαν τους γονείς του και τους ρώτησαν λέγοντας τους  αυτός είναι ο γιος σας, που λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν τώρα βλέπει; Τους αποκρίθηκαν οι γονείς του και είπαν ξέρουμε πως αυτός είναι ο γιος μας και πως γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει δεν ξέρουμε η ποιος του άνοιξε τα μάτια δεν ξέρουμε· ο ίδιος είναι σε ηλικία, τον ίδιο να ρωτήσετε ο ίδιος θα πει για τον εαυτό του. Αυτά είπαν οι γονείς ταυ, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους· γιατί είχαν κάνει κιόλας συμφωνία οι Ιουδαίοι, ώστε αν κανείς ομολογήσει το Χριστό, να τον διώξουν από τη Συναγωγή. Γι' αυτό οι γονείς του είπαν πως ο ίδιος έχει ηλικία, και να ρωτήσουν τον ίδιο. Για δεύτερη λοιπόν φορά φώναξαν τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν. Να δοξάζεις το Θεό· εμείς ξέρουμε πως αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός.

Εκείνος απάντησε και είπε. Αν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω. ένα ξέρω, πως πριν ήμουν τυφλός και εδώ και λίγη ώρα βλέπω. Του είπαν πάλι' και τι σου έκαμε; Με ποιο τρόπο σου άνοιξε τα μάτια; Εκείνος τους απάντησε: λίγο πριν σας είπα και δκν ακούσατε; τι πάλι θέλετε να ακούτε; Μήπως θέλετε και σεις να γίνετε μαθητές του; Εκείνοι γέλασαν μαζί του και είπαν εσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή. Εμείς ξέρουμε πως ο Θεός μίλησε στο Μωυσή, γι' αυτόν όμως εδώ δεν ξέρουμε από πού είναι.

Ο άνθρωπος απάντησε και είπε· εσείς δεν ξέρετε από πού είναι και αυτό είναι περίεργο, και όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε πως ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά ακούει εκείνους που τον σέβονται και κάνουν το θέλημα του. Από τότε που κτίστηκε ο κόσμος δεν ακούστηκε πως άνοιξε κανείς τα μάτια ενός ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός. Δε θα μπορούσε vα κάνει τίποτα τέτοιο, αν δεν ήταν αυτός ο άνθρωπος από το Θεό. Του απάντησαν και είπαν εσύ είσαι βουτηγμένος μέσα στις αμαρτίες και τώρα διδάσκεις εμάς; Και τον έβγαλαν έξω. Ο Ιησούς άκουσε πως τον έβγαλαν έξω και του είπε, όταν τον βρήκε· συ πιστεύεις στον υιό του Θεού; Εκείνος απάντησε και είπε· Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω; Ο δε Ιησούς του είπε· και τον είδες και αυτός που σου μιλεί αυτός είναι. Και είπε αυτός· πιστεύω, Κύριε, και τον προσκύνησε.

Γ' ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ

1. Όταν είδαν οι μαθητές το γεννημένο τυφλό, ρώτησαν τον Κύριο: «Ποιος αμάρτησε αυτός η οι γονείς του για να γεννηθεί τυφλός;» Ο Ιησούς τους απάντησε: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του. Γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν σ' αυτόν τα έργα του Θεού». Το έργο του Θεού, είναι η απαλλαγή των ανθρώπων από το σκοτάδι της αμαρτίας και η προσφορά του φωτός, που είναι ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου. Μόλις είδε ο κόσμος τη θαυματουργική θεραπεία του τυφλού χωρίστηκε σε δυο ομάδες. Άλλοι έλεγαν πως αυτός που έγινε καλά, είναι ο τυφλός, που πριν τον έβλεπαν να ζητιανεύει. Άλλοι πάλι έλεγαν πως δεν είναι αυτός, αλλά κάποιος όμοιος του. Οι Φαρισαίοι άρχισαν τις ανακρίσεις. Τον ρωτούσαν και τον ξαναρωτούσαν να τους πει με ποιο τρόπο έγινε καλά. Οι Φαρισαίοι ήθελαν να δυσφημήσουν τον Κύριο. Και ο θεραπευθείς τυφλός απαντούσε, πως άνθρωπος αμαρτωλός ποτέ δεν μπορεί να κάνει, αυτό που έκανε σε μένα ο Ιησούς.

2. Στη συνέχεια οι Φαρισαίοι θέλησαν να φοβήσουν τους γονείς του τυφλού. Τους ανάκριναν και αυτοί απάντησαν πως αυτός είναι ο τυφλός γιος τους, αλλά για περισσότερες πληροφορίες καλό θα ήταν να ρωτούσαν τον ίδιο, που άλλωστε έχει και την κατάλληλη ηλικία. Στο τέλος ο τυφλός ομολογούσε με σταθερότητα την πίστη του στο Χριστό και τον αναγνώρισε με την πίστη του ότι είναι ο αληθινός Θεός. Και σήμερα υπάρχουν πολλοί εχθροί του Χριστού. Κατηγορούν την Εκκλησία μας και ταλαιπωρούν τους ανθρώπους. Είναι οι διάφοροι αιρετικοί και άθεοι. Είναι οι ψευτοπροφήτες, που όμως παρουσιάζονται σαν πρόβατα. Και εμείς χρειαζόμαστε να ομολογούμε την πίστη μας στο Χριστό και να μην υπολογίζουμε κανέναν απολύτως. Όταν εμείς το θέλουμε, τότε ο Κύριος μας γεμίζει με δύναμη και θάρρος. Δεν έχει σημασία, αν είμαστε ακόμα μικροί στην ηλικία. Όταν η ψυχή του παιδιού φωτίζεται από το Χριστό, τότε παίρνει δύναμη και γίνεται ο δάσκαλος των μεγάλων.

3. Ο Κύριος δέχτηκε την προσκύνηση του τυφλού, γιατί μ' αυτό μας φανέρωσε πως είναι ο ίδιος ο Θεός. Τέτοια είναι η δύναμη της πίστεως. Οδηγεί τον κάθε άνθρωπο στην κοινωνία του με το Θεό. Την ίδια λατρεία και δοξολογία προσφέρουμε και εμείς κάθε Κυριακή στην Εκκλησία. Μας αξιώνει ο Θεός να ομολογούμε: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ίησοΰς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν».

Δ' ΔΙΔΑΓΜΑ:

« Σύ πιστεύεις ε/ς τον υίόν του Θεού; Πιστεύω, Κύριε· και προσ-εκύνησεν αυτώ.» (Ιωάννη κεφ. θ' στίχοι 35-38).

II' ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΚΚΛ. ΡΗΤΟΡΩΝ

« Ο τυφλός έδειξε καθαρά τη βαθιά αγάπη του για την αλήθεια και την ακλόνητη πίστη του στον Ιησού Χριστό. Άραγε εμείς, έχουμε το θάρρος να υπερασπίσουμε την αλήθεια; Γι' αυτό και ο Χριστός πάντα ρωτά τον καθένα μας: «Πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» (ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΛ-ΤΕΚΗ, Πρωινά ραδιοφωνικά μηνύματα, Αθήναι 1971, σελ. 109).

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Αυτοί που κρατούν Θερμοπύλες της Ορθοδοξίας στο ανδρο του Παπισμού.







Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ - ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ

Όταν γίνεται λόγος για την ορθόδοξη εξωτερική ιεραποστολή, ο νους μας συνήθως πηγαίνει στις χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Και πράγματι στην Αφρική και την Ασία αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνος η ορθόδοξη εξωτερική ιεραποστολή και οι χώρες της Αφρικής και της Ασίας μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μας. Τελευταίως όμως αναπτύσσεται και εδραιούται η Ορθοδοξία και στις χώρες της Κεντρικής Αμερικής, όπου τον Χριστιανισμό κήρυτταν και τον εκπροσωπούσαν κυρίως παπικοί. Ας δούμε πως ξεκίνησε η Ορθοδοξία στις χώρες αυτές.

Παλαιότερα ολόκληρη η ήπειρος της Αμερικής, από πλευράς ελληνοφώνου ορθοδοξίας, υπαγόταν στην Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής, με έδρα την Ν. Υόρκη των Η.Π.Α.

Στις 30 Ιουλίου του 1996 το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την καλύτερη ποιμαντική οργάνωση των ορθοδόξων στην Αμερική δημιούργησε 4 ανεξάρτητες Μητροπόλεις. Των Η.Π.Α. με έδρα την Ν. Υόρκη, του Καναδά με έδρα το Τορόντο, της Αργεντινής με έδρα το Μπουένος Άιρες και δικαιοδοσία σε ολόκληρη σχεδόν την Ν. Αμερική. Και την Μητρόπολη του Παναμά, η οποία έχει στην δικαιοδοσία της τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής (Παναμά, Κόστα Ρίκα. Γουατεμάλα, Νικαράγουα, Ονδούρα, Ελ Σαλβαδόρ, Μπελίζ) ως και τις χώρες Βενεζουέλας, Κολομβίας, Μεξικού και τα νησιά της Καραϊβικής (Μπαχάμες, Κούβα, Μαρτινίκα, Αϊτή, Πουέρτο Ρίκο, Άγιο Δομίνικο και Τζαμάικα). Μητροπολίτης τοποθετήθηκε ο Σεβασμιώτατος Αθηναγόρας ο οποίος ως Επίσκοπος Δορυλαίου ίδρυσε εντός ολίγων μηνών την Μητρόπολη του Χονγκ-Κόνγκ στην Άπω Ανατολή.

* * *

Όταν ανέλαβε ο Σεβασμιώτατος Αθηναγόρας τα καθήκοντά του η κατάσταση ήταν απελπιστική. Ιερείς υπήρχαν μόνο δύο. Ο πατήρ Φώτιος Μπίθα στον Παναμά και ο πατήρ Εμμανουήλ Ρεμουδάκης στην Βενεζουέλα και Κολομβία Ο π. Φώτιος για 10 χρόνια και ο π. Εμμανουήλ για 17 χρόνια, φρόντιζαν ποιμαντικώς τους Έλληνες των χωρών αυτών. Αρκεί να σημειωθεί ότι μόνο στην Βενεζουέλα έχουμε 6 Ελληνικές παροικίες. Φανταστείτε έναν ιερέα να τις φροντίζει και συγχρόνως να έχει στην ευθύνη του και τους Έλληνες της Κολομβίας και διοικητικώς, μέχρι τότε, να υπάγονται στην Αρχιεπισκοπή των ΗΠΑ.

Ενώ όμως η κατάσταση ήταν τόσο τραγική, ο Θεός «ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», ο ευρισκόμενος εν μέσω των 7 λυχνιών και έχων στο δεξί του χέρι τους 7 αστέρας κατά το όραμα του Ιωάννου του Θεολόγου (Αποκ. 1,13-20), τουτέστιν ο έχων και ο ασκών την άμεση ποιμαντική φροντίδα και εποπτεία και διοικητική μέριμνα των Εκκλησιών, φρόντιζε για την Εκκλησία της Κεντρικής Αμερικής και προετοίμαζε το έδαφος για την επάνδρωσή της και μάλιστα δια γηγενών. Ας δούμε τα θαυμάσια του Θεού και πώς εργάζεται αοράτως εν μέσω του κόσμου.

* * *

Ο π. Τιμόθεος από την Κολομβία, ο οποίος διακονεί τώρα στην Κούβα, ως νέος μεγάλωσε κάτω από δυσμενέστατες πνευματικά συνθήκες. Έφυγε 8 ετών από το σπίτι του. Ζούσε κάτω από μια γέφυρα. Κοιμόταν πάνω σε εφημερίδες, έπινε ναρκωτικά, ήταν παιδί των φαναριών. Κάποια μέρα είδε την τραγική κατάσταση που βίωνε αυτός και τα άλλα παιδιά της παρέας του και θέλησε ν’ αλλάξει ζωή. Πήγε στο Δήμαρχο της πόλεως που ζούσε στην Κολομβία και το παρακάλεσε με δάκρυα στα μάτια. Ήταν τότε 15 ετών. «Δώσε μας ένα σπίτι να κατοικούμε, στείλε μας ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς να μας επιβλέπουν, θα χαθούμε ζώντας έτσι». Ο Δήμαρχος δέχτηκε, έδωσε το σπίτι και το ονόμασε με το όνομα του π. Τιμόθεου.

Πώς έγινε ορθόδοξος ο π. Τιμόθεος;

Κάποια μέρα ήρθε ο Μακάριος της Κύπρου για πολιτικούς λόγους στην Κούβα να επισκεφθεί τον Κάστρο. Οι εφημερίδες δημοσίευσαν τη φωτογραφία του με ράσο και επανωκαλύμαυχο. Ο π. Τιμόθεος την είδε. Ποιος είναι αυτός αναρωτήθηκε. Δεν είχε ξαναδεί ενδυμασία ορθοδόξου αρχιερέα. Ρώτησε και έμαθε κι από τότε άρχισε να ερευνά για την Ορθοδοξία. Ότι φωτογραφίες ορθοδόξων επισκόπων και πατριαρχών βρήκε τις έκοβε και τις τοποθετούσε σ’ ένα λεύκωμα. Πόσο μεγάλη η σημασία του ράσου. Ο π. Τιμόθεος απ’ αυτό ελκύσθηκε και γνώρισε την Ορθοδοξία. Πόσο δραστήρια και σοφά εργάζεται ο Θεός μας. Μέσω μιας πολιτικής επισκέψεως καλεί τον π. Τιμόθεο κοντά του.

Μόλις ήλθε ο Σεβασμιώτατος Αθηναγόρας, ο π. Τιμόθεος τον επισκέφθηκε, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε και ζήτησε να γίνει κληρικός. Ήρθε και στην Ελλάδα για αρκετό διάστημα. Μιλά άπταιστα τα ελληνικά, έχει ρητορικό χάρισμα και είναι πολύ συναισθηματικός. Μας είπε μεταξύ άλλων: «ο ταπεινός κάνει το έργο του Θεού. Κουνάει ολόκληρο τον κόσμο. Είμαστε μικρά και ταπεινά αδέλφια σας. Προσέξτε μας και φροντίστε μας». Τον ρωτήσαμε πόσων χρονών είναι. Φαινόταν νεαρός. Μας απάντησε «επτά». «Επτά γιατί π. Τιμόθεε;» ξαναρωτήσαμε. «Γιατί τόσα είναι τα χρόνια από την βάπτισή μου. Τ’ άλλα ούτε θέλω να τα υπολογίζω. Δεν τα έζησα σωστά. Ήταν χαμένα χρόνια.», μας απάντησε.



Ο π. Αθηναγόρας από την Κολομβία και αυτός. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Κολομβία είναι η χώρα των ιερατικών κλήσεων. Η χώρα που οι παπικοί την έχουν ως ιερατικό φυτώριο για τις ιεραποστολές τους. Ο π. Αθηναγόρας υπήρξε παπικός μοναχός. Μελετώντας την ιστορία του Χριστιανισμού άρχισε να προβληματίζεται για τον παπισμό. Είδε τα λάθη του, είδε την διαφοροποίησή του σε δογματικά θέματα από τη αρχέγονη Ορθοδοξία. Άρχισε να έχει έντονες τύψεις που ήταν παπικός. Για 2 χρόνια σταμάτησε να κοινωνεί μέσα στο μοναστήρι των παπικών. Ήδη όμως είχε ιδρυθεί η Μητρόπολις Κεντρικής Αμερικής και είχαν χειροτονηθεί οι πρώτοι γηγενείς κληρικοί. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο π. Κοσμάς Οκτάβιο. Ο π. Αθηναγόρας έφυγε από το μοναστήρι του και ταξίδευσε 13 ώρες, για να συναντήσει τον π. Κοσμά Οκτάβιο που ήταν ο πλησιέστερος. Εκείνος τον μύησε στην Ορθοδοξία. Βαπτίσθηκε, ήρθε στην Ελλάδα και σπούδασε στην Ανωτέρα Ιερατική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Κατά την επίσκεψη του Πατριάρχη στην Κούβα, σ’ ένα συνέδριο των Εκκλησιαστικών Συμβουλίων της Μητροπόλεως Παναμά, ο Σεβασμιώτατος Αθηναγόρας, αφού ευχαρίστησε τον Πατριάρχη για την επίσκεψή και το ενδιαφέρον του, είπε ότι θα του προσφέρουν ένα δώρο για να τον ευχαριστήσουν. Όλοι περιμέναμε να του προσφέρουν κάποιο εγκόλπιο ή κάποια ράβδο ή τέλος πάντων κάποιο αρχιερατικό άμφιο. Αντί αυτών όμως ο π. Αθηναγόρας, διάκονος τότε, πήρε το μικρόφωνο και τραγούδησε με μια φωνή γεμάτη πάθος και καημό «Στου Βοσπόρου τ’ αγιονέρια». Τα μάτια όλων μας γέμισαν με δάκρυα. Ο δε Πατριάρχης εμφανώς συγκινημένος είπε· «Δεν περίμενα να μου δώσετε τόσο πολύτιμο δώρο».

Ο π. Λάζαρος που υπηρετεί στην Μαρτινίκα -γαλλική κτήση μέχρι και σήμερα- έχει κι αυτός την ιστορία του. Μετέβη πριν από χρόνια στη Γαλλία για σπουδές. Στο Παρίσι γνώρισε την Ορθοδοξία. Όταν γύρισε στο νησί του και γνωρίστηκε με τον Σεβασμιώτατο Αθηναγόρα θέλησε να χειροτονηθεί. Μιλά ελληνικά, μεταβαίνει 2-3 φορές το χρόνο στο Άγιον Όρος για πνευματικό ανεφοδιασμό, είναι δε εξαίρετος αγιογράφος.

Ο π. Αλέξανδρος. 16 χρόνια παπικός. Κατάγεται από την Βραζιλία, αλλά μένει τώρα στο Μεξικό. Ελκύσθηκε από την Ορθοδοξία και εισήλθε τελευταίως ως μοναχός στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Αργότερα σκοπεύει βοηθούμενος από Βατοπεδινούς μοναχούς να ιδρύσει μοναστήρι στο χώρο της Κεντρικής Αμερικής με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Αθηναγόρου.

Ο π. Ιωσήφ Σαράμπια. Έμαθε για την Ορθοδοξία από προσωπικές αναζητήσεις. Ήρθε στο Άγιον Όρος στη Μονή Ξηροποτάμου και εμόνασε 14 χρόνια. Με την άδεια του Ηγουμένου επέστρεψε στην Κολομβία για να βοηθήσει στην ορθόδοξη ιεραποστολή. Σήμερα υπηρετεί στο Μεξικό.

* * *

Αναφερθήκαμε σε μερικές περιπτώσεις ορθοδόξων ιερέων της Μητροπόλεως Κεντρικής Αμερικής, που από μόνοι τους, με προσωπικές αναζητήσεις, βρήκαν την Ορθοδοξία και μόλις ιδρύθηκε η Μητρόπολις τρέξαν να ενωθούν με την εκεί εκκλησιαστική αρχή. Υπάρχουν και άλλοι που προέκυψαν από τη δράσι του Μητροπολίτη Αθηναγόρου. Αναφέρουμε μερικούς.

Γρηγόριος Κάρλος Βελάσκο. Αρχιτέκτων πολεοδομίας το επάγγελμά του. Όταν βαπτίσθηκε, εγκατέλειψε τη θέση του και τον τριπλάσιο μισθό που έπαιρνε και έγινε ιερεύς. «Τώρα είμαι χαρούμενος, τώρα έχει νόημα η ζωή μου», λέγει ευκαίρως ακαίρως.

Μιχαήλ Γκαρσία. Κολομβιανός και αυτός. Είναι καθηγητής σε στρατιωτική Ακαδημία απ’ όπου και μισθοδοτείται. Έγινε ιερεύς και τελεί το Σαββατοκύριακο τα εφημεριακά του καθήκοντα.

Αρχιμ. Ανδρέας από Βοσνία. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Πουέρτο-Ρίκο. Εφημέριος στο ναό του αγίου Σπυρίδωνος, όπου υπάρχουν ορθόδοξοι πολλών εθνικοτήτων.

Π. Χριστοφόρος και π. Αθηναγόρας. Μαύροι, απόγονοι των δούλων που είχαν φέρει οι Ισπανοί από την Αφρική. Υπηρετούν στην Αϊτή. Η Κούβα, η Αϊτή και η Τζαμάικα είναι τα μεγαλύτερα νησιά της Καραϊβικής. Ο π. Χριστοφόρος και ο π. Αθηναγόρας σπουδάζουν στην Ελλάδα με την βοήθεια της Ι. Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών. Ενώ βρισκόταν στην Ελλάδα ο π. Χριστοφόρος τον πήρε τηλέφωνο η μητέρα του να μάθει τα νέα του. «Μητέρα είμαι πλούσιος» της είπε. «Γιατί; Πως έγινε; Σου δώσαν χρήματα»; Ρώτησε εκείνη. «Όχι• αλλά βρήκα την Ορθοδοξία μητέρα» είπε ο π. Χριστοφόρος. Σε προσφώνηση που απηύθυνε σ’ ένα γεύμα μας είπε· «Ζηλεύω την κόρη μου που σπουδάζει από μικρή τα ελληνικά• θα τα μάθει καλύτερα από μένα».

Στην ιεραποστολή της Αϊτής υπάρχει σχολείο που διδάσκεται η ελληνική γλώσσα και φοιτούν 538 παιδιά!!! Παρεμπιπτόντως ας αναφερθεί ότι στις θεολογικές σχολές όλου του κόσμου, όλων των χριστιανικών ομολογιών δι-δάσκεται η ελληνική γλώσσα, διότι η Καινή Διαθήκη στο πρωτότυπο είναι γραμμένη στην κοινή ελληνική της εποχής της. Ακουέτωσαν ταύτα οι ημέτεροι εν Ελλάδι….

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε, παραθέτοντας τα ονόματα και την ζωή και άλλων κληρικών γηγενών της Μητροπόλεως Παναμά και Κεντρικής Αμερικής, αλλά θα ήταν κουραστικό. Θα πρέπει να σημειώσουμε όμως ότι από τους 30 ιερείς που έχει σήμερα η Μητρόπολις όλοι τους προηγουμένως ήσαν παπικοί, είτε ως λαϊκοί, είτε ως μοναχοί και ιερείς. Η ορθόδοξη ιεραποστολή στις χώρες αυτές απέβη μοιραία για τους παπικούς. Δεν είναι τυχαίο ότι, κατά την επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχου στην Κούβα, ο καρδινάλιος της Κούβας αρνήθηκε να υποδεχθεί και να συναντήσει τον Πατριάρχη. Τον υποδέχθηκε απλώς ο βοηθός επίσκοπος των παπικών. Ο δε Πάπας δεν μπορεί να χωνέψει ότι ο Κάστρο, ενώ έδωσε άδεια στους ορθοδόξους για την ίδρυση ναών, δεν επιτρέπει στον Πάπα να κτίσει άλλους.

Η ορθόδοξη ιεραποστολή στην Κούβα

Στις αρχές του 2004, το ταξίδι του Οικουμενικού Πατριάρχου στην Κούβα και τα εγκαίνια του ιερού ναού του Αγ. Νικολάου απ’ αυτόν, έφεραν στο προσκήνιο την παρουσία της ορθόδοξης ιεραποστολής και στην Κούβα. Παλαιότερα υπήρχε παρουσία ορθοδόξων Ελλήνων στην Κούβα, μάλιστα είχε κτισθεί το 1958 και ο ναός των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ευρυχωρότερος του ναού του αγ. Νικολάου και με μεγάλη αυλή τριγύρω του, έξω της πόλεως Αβάνας, δίπλα στο κοιμητήριο της πόλεως. Μετά την επικράτηση όμως του Κάστρο και την εθνικοποίηση των ξένων περιουσιών, οι Έλληνες έφυγαν, εκτός ολίγων, και ο ναός του αγίου Κωνσταντίνου έγινε θέατρο. Όταν έγινε η Μητρόπολις Κεντρικής Αμερικής, ο Σεβασμιώτατος Αθηναγόρας ζήτησε από την κυβέρνηση της Κούβας την επιστροφή του ιερού ναού στην ορθόδοξη λατρεία. Ο Κάστρο, επειδή θα εδημιουργείτο σύγκρουση με την εταιρεία θεάτρου που είχε τον ναό, τους πρότεινε να κτίσει άλλον δίπλα στην παραλία, πράγμα που έγινε. Ο ναός αυτός βέβαια είναι μικρής χωρητικότητας, 100 περίπου ατόμων, αλλά η αρχή έγινε και το συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον του Κάστρο για την Ορθοδοξία προμηνύει την στερέωση και ακμή της Ορθοδοξίας στην Κούβα.

Το φαινόμενο Φιντέλ Κάστρο

Μεγάλη έκπληξη δημιουργήθηκε, με την απόφαση ενός γνωστού διεθνώς, άθεου κομμουνιστή ηγέτη να κτίσει ορθόδοξη εκκλησία. Όποιος όμως γνωρίζει την εκκλησιαστική ιστορία ξέρει ότι είναι συνηθισμένο φαινόμενο κάποιοι άθεοι ή διώκτες του χριστιανισμού, άλλοτε από ποικίλα κίνητρα και άλλοτε από αληθινή μεταστροφή και μετάνοια να ενισχύουν τον χριστιανισμό. Αναφέρουμε μερικά παραδείγματα·

α) Ο διώκτης της Εκκλησίας φανατικός Εβραίος Παύλος γίνεται πρωτοκορυφαίος απόστολος.

β) Ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος, από εχθρός του Χριστού, γίνεται επίσκοπος Ιεροσολύμων και «στύλος της Εκκλησίας» (Γαλ.2,9).

γ) Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο φοβερός διώκτης του χριστιανισμού και υπέρμαχος της ειδωλολατρίας, επαναφέρει τον εξόριστο από τους αρειανούς Πατριάρχη Αντιοχείας Μελέτιο. Όχι βέβαια διότι επίστευσε• απλώς ανακάλεσε τα διατάγματα που εξόριζαν ανθρώπους για θρησκευτικούς λόγους.

δ) Τον τελευταίο καιρό στη Νότιο Ιταλία, η οποία ήταν ορθόδοξη, με εκατοντάδες μοναστηριών και η ορθοδοξία παρέμεινε ζωντανή μέχρι και την άλωση περίπου της Κωνσταντινουπόλεως, ένας Λαυριώτης μοναχός, ο π. Κοσμάς Λαυριώτης, θέλησε να δώσει ζωή ξανά στο αρχαίο μοναστήρι του Ιωάννου του Θεριστού. Ζήτησε από την κοινότητα του Bivonzi στην οποίαν ανήκε να του παραχωρήσει την ερειπωμένη Μονή. Ο Πάπας αντέδρασε και ζήτησε από τον δήμαρχο του Bivonzi ν’ αρνηθεί. Ο δήμαρχος όμως μαρξιστής και άθεος ενδιαφερόμενος για την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής την παραχώρησε.

ε) Στην Νότιο Ιταλία υπάρχει η Seminara, η πατρίδα του Βαρλαάμ, του μοναχού που υπήρξε δεινός πολέμιος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και εκφραστής της δυτικής θεολογίας. Σ’ αυτή την πόλη εσχάτως βρέθηκε Ιταλός ο οποίος παραχώρησε οικόπεδο και κτίζει ναό ορθόδοξο. Ο αρχιερατικός επίτροπος Νοτίου Ιταλίας π. Νείλος Βαρόνε, Ιταλός και ο ίδιος και πρώην παπικός, φοβήθηκε μήπως αντιδράσει ο επίσκοπος των παπικών στην περιοχή, Όταν ανακοίνωσε τους φόβους του στον δωρητή Ιταλό εκείνος απήντησε: «Μα εγώ είμαι άθεος, δεν ανήκω στους παπικούς. Εμένα η ορθοδοξία με συγκίνησε και όχι αυτοί, γι’ αυτό προσφέρω το ναό σε σας». Δυστυχώς σήμερα, λόγω λανθασμένων χειρισμών και ανθρωπίνων αδυναμιών ημών των ορθοδόξων, τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο… Ας ελπίσουμε και ας προσευχηθούμε και ας προσπαθήσουμε τα πράγματα να ξαναπάνε προς το καλύτερο.

Όποιος μελετά αυτά τα παραδείγματα, αρχαία και σύγχρονα και άλλα παρόμοια, θυμάται κάτι που γράφει ο μακαριστός Παναγιώτης Μπρατσιώτης, Καθηγητής της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο περισπούδαστο υπόμνημά του στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, που εκδόθηκε το 1950. Παραθέτει ο καθηγητής μαρτυρία ξένου θεολόγου, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος μοιάζει με ένα επιβατηγό πλοίο. Μέσα στο πλοίο ο καθένας μας κάνει ότι θέλει. Πίνει, χορεύει, γλεντά, ασχημονεί, ασωτεύει, προσεύχεται, μετανοεί, κηρύττει, ασκεί φιλανθρωπία κ.λπ. Το πλοίο όμως οδηγείται από τον πλοίαρχο στον προορισμό του. Έτσι και ο Θεός μας. Χωρίς να παραβιάζει την ελευθερία κανενός, οδηγεί τον κόσμο προς ένα τέλος. Αυτός είναι ο κύριος της ιστορίας. Αυτός είναι ο διοικών τον κόσμο ασχέτως, αν φαινομενικά διοικούν οι ισχυροί της γης. Αυτός θα είναι ο τελικός νικητής. Δεν χρειάζεται να μας καταλαμβάνει απαισιοδοξία, απελπισία και ηττοπάθεια. Ας θυμόμαστε πάντοτε ότι• «ο καιρός εγγύς εστιν, ο αδικών αδικησάτω έτι, και ο ρυπαρός ρυπαρευθήτω έτι, και ο δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω έτι, και ο άγιος αγιασθήτω έτι. Ιδού έρχομαι ταχύ, και ο μισθός μου μετ’ εμού, αποδούναι εκάστω ως το έργον έσται αυτού, εγώ το Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος» (Αποκ. 22,11-13). Συνεπώς ο καθένας μας χωριστά και όλοι μαζί ως σύνολο, με λόγια και έργα ας κράζουμε προς τον Κύριον «Ναι έρχου Κύριε Ιησού». Περιμένουμε τη νίκη Σου.


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ- ΜΕΓΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ.



Ο ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ.
Ή Ιερά Μονή Παρακλήτου, ευρισκομένη εις τον Ωρωπό Αττικής, εξέδωσε  θαυμάσιο και διαφωτιστικών βιβλίο, υπό τον ως άνω τίτλο, το όποιον και παραθέτομε εν συνεχεία προς ευρυτέρα διαφώτιση του πιστού λαού του Κυρίου.

Πρόλογος

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ προσπάθειες για την επαναπροσέγγιση του χριστιανικού κόσμου είναι φυσικό να έχουν ευρύτατη απο­δοχή, επειδή, αφενός, αποτελούν την ανθρώπινη συμβολή στην ιερή υπόθεση της ενότητας και, αφετέρου, διεξάγονται σε μια εποχή πού ό κόσμος, κατακερματισμένος από πολύμορφες αντιθέσεις, αναζητεί με αγωνία ενοποιητικά στοιχεία. Οι προσπάθειες αυτές, ωστόσο, έχουν αποδειχθεί μέχρι σήμερα απογοητευτικά αναποτε­λεσματικές. Όχι μονό δεν εμπνέουν πλέον κα­μιά αισιοδοξία, αλλά και προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς έχουν γίνει ήδη κατάδηλες οι επιζήμιες συνέπειες τους: α) άμβλυνση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, διαιρέσεις και σχίσματα στο πλήρωμα της Εκκλησίας μας· β) σύγχυση, αποθάρρυνση και αποπροσανατολισμός στους ετεροδόξους πού αναζητούν την αυθεντικότητα της πίστεως.

Το κείμενο πού ακολουθεί αποτελεί έκφραση αυτής της ανησυχίας μας, αφού ό διάλογος ανάμεσα στην Ορθοδοξίας και τον Παπισμό* δε­σπόζει στις διαχριστιανικές σχέσεις και, επιπλέον, ή συνύπαρξη Ορθοδόξων και Παπικών στις πολυπολιτισμικές πλέον κοινωνίες μας λειτουργεί ως πρόκληση για κάθε ορθόδο­ξη συνείδηση.

Ακολουθώντας την πατερική μας παράδοση, ή οποία μας έχει διδάξει να «αγαπώμεν εν αλή­θεια» και να «αληθεύωμεν εν αγάπη», επιχει­ρούμε να σκιαγραφήσουμε με νηφαλιότητα και υπευθυνότητα το πρόσωπο του Παπισμού. Έτσι, πιστεύουμε, θα φωτιστούν τα αμετάθετα όρια της Εκκλησίας από την αίρεση, της αλήθειας από την πλάνη. Γιατί είναι γεγονός ότι τα όρια αυτά γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα. Όχι μόνο επειδή στη ζωή των Ορθοδόξων έχει υπεισέλθει ό δυτικός πολιτισμός, ό διαμορ­φωμένος από τον παραποιημένο Χριστιανισμό της Δύσεως, αλλά και επειδή στις μέρες μας διαδίδονται οι ιδέες και αντιλήψεις της «Νέας Εποχής», πού θέλει όλες τις θρησκείες να οδη­γούν εξίσου στον ίδιο τάχα Θεό.

Για τους Ορθοδόξους ή καθαρότητα της πίστεως αποτελεί το ασάλευτο θεμέλιο στον αγώνα τους για τη θέωση: Ή ορθή πίστη είναι •·τό μέγα και πρώτον της σωτηρίας φάρμακον» (όσιος Μάξιμος ό Ομολογητής). Άλλα και για τους ετεροδόξους αδελφούς μας ή ακριβής οριοθέτηση της αλήθειας δείχνει τον δρόμο της επιστροφής στον πατρικό τους οίκο, την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ή αποκοπή της δυτικής Χριστιανοσύνης από το σώμα της Εκκλησίας δεν προήλθε από διοι­κητικές ή εθιμικές απλώς διαφοροποιήσεις, αλλά από μια βαθιά αλλοίωση του εκκλησιαστι­κού βιώματος, ή οποία και δημιούργησε ένα χάσμα ζωής ανάμεσα σε δύο κόσμους. Το αυτονόητο χρέος του σεβασμού των διαφορε­τικών πιστευμάτων, οι ανυπόκριτα φιλόφρονες διαθέσεις και οι ευσεβείς ενωτικοί πόθοι δεν μας δίνουν το δικαίωμα να παρασιωπούμε ή να συσκοτίζουμε αυτή την πραγματικότητα. Διασώζονται βέβαια και σήμερα στην πα­πική Δύση υπολείμματα της πατερικής πα­ραδόσεως, κυρίως στον χώρο του μοναχισμού.

… Και αναμφίβολα υπάρχουν πολλοί-ταπεινοί μο­ναχοί ή απλοί πιστοί, πού αφιερώνουν τη ζωή τους στην προσευχή και σε έργα αγάπης. Ωστόσο, τα όσα θετικά στοιχεία διατηρήθηκαν στη δυτική παράδοση, δεν στάθηκαν ικανά να αποτρέψουν τη διαστρέβλωση του Χριστιανι­σμού και τη μετάλλαξη της Εκκλησίας της Ρώμης σε κοσμικό κράτος με θεοκρατικό κα­θεστώς, μετάλλαξη πού αναπόφευκτα επακο­λούθησε την εξέλιξη του παπικού θεσμού.

Παραδίδοντας το τεύχος τούτο στους αδελφούς μας, σε εποχή πού ά συγκρητισμός και ή εκκοσμίκευση έχουν ναρκώσει την εκκλησια­στική συνείδηση των περισσοτέρων από εμάς, ευχόμαστε να συναισθανθούμε όλοι το χρέος αλλά και να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη πού έχουμε ως φύλακες και προασπιστές της ‘ Ορθοδοξίας. Αυτό το χρέος και αυτή τη δύνα­μη επισημαίνουν οι πατριάρχες της Ανατολής στην ιστορική Εγκύκλιο τους του 1848: “Παρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερα­σπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις θέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού”.



* Δεν χρησιμοποιούμε τον όρο Ρωμαιοκαθολικισμό;. επειδή είναι ιστορικά αθεμελίωτος και θεο­λογικά ανακριβής- Από τις αρχές του 2ου αι. ή αδιαίρετη Μία Εκκλησία του Χριστού ονομάζεται, όπως την ομολογούμε και στο Σύμβολο τη; Πίστεως, Καθολική, επειδή κατέχει το καθ’ όλου της πίστεως. δηλαδή την πληρότητα της αλήθειας. Επίσης αφότου, το 330, ή Νέα Ρώμη Κωνσταντινούπολη έγι­νε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ό όρο; Ρωμαίος ή Ρωμιός δήλωνε κάθε ορθόδοξο πολίτη ανεξάρτητα από τη φυλετική καταγωγή του. Έτσι. Ρωμαίο Καθολικοί κυριολεκτικά είναι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ως Ρωμαίοι-Ρωμιοί, δη­λαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και ως Καθολικοί, δηλαδή μέλη της Ορθόδοξης Εκ­κλησίας, ή οποία συνεχίζει να κατέχει το καθ όλου της πίστεως. Απεναντίας, οι Παπικοί, μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους (1009). δεν είναι Ρωμαίοι αλλά Φράγκο- Λατίνοι. Και μετά την έκπτωση τους από την καθο­λικότητα (δηλαδή την πληρότητα) της πίστεως, λόγω τις αποδοχής σωρείας αιρετικών δοξασιών, δεν είναι Καθολικοί αλλά αιρετικοί. Μολαταύτα, μετά το οριστικό Σχίσμα (1054). σφετερίστηκαν αυτούς τους όρους. Οι ορθόδοξοι λαοί, πάντως, μέχρι τον 19ο αι. γνώριζαν καλά ότι Ρωμαίο; – Ρωμιός και Καθο­λικός σημαίνει Ορθόδοξος. γι’ αυτό και τους αιρετι­κούς της Δύσεως τους ονόμαζαν Λατίνους. Πα­πιστές κ.ά. Ή σύγχυση πού παρατηρείται σήμερα στην ορολογία, δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αι. με την εμφάνιση του Οικουμενισμού.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ό Παπισμός

ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

Ή Εκκλησία, κατά την πρώτη χιλιετία του ιστορικού της βίου, διατήρησε την ενότητα της σε Ανατολή και Δύση, παρ’ όλους τους περι­στασιακούς κλυδωνισμούς, που δημιουρ­γούσαν οι αιρέσεις, τα σχίσματα και οι ποικίλες διχοστασίες. Ή απόσχιση της δυτικής Χριστια­νοσύνης από τον κορμό της Μιας, Αγίας, Καθο­λικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, όπως αυτή οριστικοποιήθηκε το 1054, υπήρξε ή τραγική κατάληξη μακραίωνων διεργασιών, στον χώρο της Δυτικής Ευρώπης, σε τρία διαπλεκόμενα επίπεδα: α) το θεολογικό, β) το εκκλησιολογικό και γ) το πολιτικό.

Α’. Το θεολογικό. Τα σπέρματα της θεολογικής διαφοροποιήσεως της Δύσεως βρίσκον­ται στα συγγράμματα του ιερού Αυγουστίνου (354 – 420), επισκόπου Ιππώνος της Βόρειας ‘Αφρικής. Ό ιερός Αυγουστίνος αγνοούσε την ελληνική γλώσσα και τα έργα των Ελλήνων Πατέρων, πάνω στα οποία στηρίχθηκε ή θεο­λογία των πρώτων Οικουμενικών Συνόδων (Μ. Αθανασίου, Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολό­γου, Γρηγορίου Νύσσεις κ.ά.). Έτσι, επηρεασμένος από τον Νεοπλατωνισμό και τις αρχές του Ρωμαϊκού Δικαίου, διατύπωσε στα θεολο­γικά του έργα ορισμένες απόψεις, ξένες προς το βίωμα της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας, όπως, για παράδειγμα, την ταύτιση ουσίας και ενεργειών στον Θεό, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό (FILIOQUE) κ.ά.

Β’. Το εκκλησιολογικό. Ή αρχαία Εκκλησία δεχόταν τιμητικά ως πρώτο στην τάξη, σε σχέση με τους άλλους επισκόπους, τον επίσκο­πο της Ρώμης, καθώς ή πόλη αυτή ήταν ή πρω­τεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Δεν έπαυε όμως ο πάπας, μέσα στα πλαίσια του συ­νοδικού θεσμού, να είναι ίσος με όλους τους άλλους επισκόπους (primus inter pares=πρώτος μεταξύ ίσων). Αργότερα, αφού ή πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας μεταφέρθηκε στην Ανατολή, ή Δ’ Οικουμενική Σύνοδος (451) ανα­γνώρισε στον επισκοπικό θρόνο της Κωνσταν­τινουπόλεως «πρεσβεία τιμής- ‘ίσα με εκείνου της Ρώμης.

Το επεκτατικό και συγκεντρωτικό πνεύμα της αρχαίας Ρώμης, όμως, επηρέασε αρκετούς πάπες, οι οποίοι από νωρίς άρχισαν να εκ­λαμβάνουν το πρωτείο τιμής ως πρωτείο δυνάμεως και εξουσίας, παρεμβαίνοντας ποιμαντορικά σε άλλες τοπικές Εκκλησίες και διεκδικώντας ηγεμονία σε όλη την Εκκλησία. Στους πρώτους αιώνες, ωστόσο, οι εξουσια­στικές αυτές φιλοδοξίες των πάπων αποτελού­σαν περιστασιακές παρεκτροπές και εξέφραζαν συνήθως προσωπικές αδυναμίες.

Γ. Το πολιτικό. ‘Από τα τέλη του 4ρυ αι. μέχρι και τον 6ο αι. διάφορα γερμανικά φύλα σε κατάσταση πρωτογονισμού (Φράγκοι, Γότθοι, Λογγοβάρδοι, Βάνδαλοι κ.ά.) πλημμυρίζουν και καταλαμβάνουν τις ευημερούσες επαρχίες της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αιχμα­λωτίζουν τους εγχώριους πληθυσμούς τους και αλλάζουν ριζικά την κοινωνικοπολιτιστική τους κατάσταση.

Οι βάρβαροι έποικοι —από τους οποίους πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζουν οι Φράγκοι—, στην προσπάθεια τους να εκπολιτι­στούν, ασπάζονται τον Χριστιανισμό, ανα­μειγνύοντας τον, όμως, με ειδωλολατρικά στοι­χεία. Μ’ έναν τέτοιο προβληματικό Χριστια­νισμό εισέρχονται και στην Ιεροσύνη, εκτο­πίζοντας σταδιακά τους Ρωμαίους ιεράρχες από την εκκλησιαστική διοίκηση. Οι Φράγκοι αυτοί επίσκοποι ζουν όπως και οι λαϊκοί «ευγενείς» της εποχής τους (κομήτες, δούκες κ.ά.); Ασκούν κοσμική εξουσία, συμμετέχουν σε στρατιωτικές αποστολές, φορούν πολεμικές στολές κ.λ.π Να πώς περιγράφει ό άγιος Βονιφάτιος, σε επιστολή του προς τον πάπα Ζα­χαρία, το 741, την εκκλησιαστική κατάσταση στη Γαλλική Ρωμανία, όπου είχαν επικρατήσει οι Φράγκοι επίσκοποι: «Ή θρησκεία καταπατείται. Οι Φράγκοι επίσκοποι για ογδόντα χρόνια δεν έχουν συνέλθει σε σύνοδο ούτε και έχουν αρχιεπίσκοπο. Οι περισσότεροι επισκοπι­κό/θρόνοι δίνονται σε φιλάργυρους λαϊκούς ή μοιχούς κληρικούς, πού συμμετέχουν σε στρα­τιωτικές επιχειρήσεις με πλήρη πολεμική εξάρτυση, σφάζοντας αδιάκριτα με τα χέρια τους χριστιανούς και ειδωλολάτρες”.

Μπροστά σε αυτό το ζοφερό τοπίο που δημιούργησε ή βαρβαρική επέλαση, ό επίσκοπος της Ρώμης στέκεται, κατά κανόνα, στο ύψος της πνευματικής του αποστολής και αναλαμβάνει εθναρχικό ρόλο για την προστασία των υπόδου­λων Ρωμαίων. Κάποιοι πάπες, όμως, για να ενισχύσουν τον θρόνο τους, ακολουθούν κο­σμική τακτική. Προβάλλουν εμφαντικά την εκκλησιαστική τους αυθεντία, παρουσιάζουν ηγεμονικές τάσεις και περιβάλλονται πολιτικές εξουσίες. Το 754, μάλιστα, ό πάπας Στέφανος Β’ αποδέχεται την πολιτική αυτονομία της Εκ­κλησίας της Ρώμης, πού του προσφέρει ο βασι­λιάς των Φράγκων Πιπίνος ό Βραχύς. Έτσι έχου­με την ίδρυση του πρώτου παπικού κράτους. Αργότερα, ό Νικόλαος Α’ (858 – 867), ό πρώτος φραγκόφιλος Ρωμαίος πάπας, συγκεντρώνει στο πρόσωπο του την ανώτατη εκκλησιαστική και πολιτική εξουσία. · «Ό Νικόλαος θεωρεί τον εαυτό του αυτοκράτορα όλου του κόσμου”, ομολογούσαν οι σύγχρονοι του.

Τον 8ο αι. ο βασιλιάς των Φράγκων Κάρολος ό Μέγας (Καρλομάγνος, 768-814) με τη δύναμη των όπλων ενώνει όλους σχεδόν τους λαούς της Δυτικής Ευρώπης και φιλοδοξεί να ανα­δείξει μια καινούργια αυτοκρατορία, διεκ­δικώντας το όνομα και την αίγλη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Για τον σκοπό αυτό οργανώνει μεθοδευμένα τη σύγκρουση Ανατολής-Δύσεως με μια στρατηγική πού περιλαμβάνει τα εξής δύο σκέλη:

1/ Απόρριψη της Ορθοδοξίας και δημιουργίαενός διαφορετικού Χριστιανισμού, πού θατονίζει την πολιτισμική ιδιαιτερότητα της νέας αυτοκρατορίας. Αυτός ό φραγκικός Χριστια­νισμός, τον οποίο σχεδιάζουν οι σύμβουλοι του Καρλομάγνου, θεμελιώνεται σε θεολογικές δια­τυπώσεις του ιερού Αυγουστίνου και εκφρά­ζεται με νέες μορφές και τύπους της εκκλησια­στικής πρακτικής: Βάπτισμα με ραντισμό, υποχρεωτική αγαμία του κλήρου, στέρηση των λαϊκών από την κοινωνία του Ποτηριού, ξύρισμα των κληρικών κ.ά. Στα πλαίσια της αντορθόδοξης τακτικής, οι Φράγκοι επίσκοποι, το 794 {Σύνοδος της Φραγκφούρτης), καταδικάζουν τιςαποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου (787) για την τιμητική προσκύνηση των εικόνων- και το 809 (Σύνοδος του Ααχεν), προσθέτουν στο ιερό Σύμβολο της Πίστεως το FILIOQUE. Τα δύο αυτά γεγονότα αποτελούν το πρώτο στάδιο τουσχίσματος ανάμεσα στους Φράγκους κατακτητές και τους ορθόδοξους Ρωμιούς.

2/ Ανθελληνική πολιτική, αφού ό Ελληνισμός αποτελούσε την ιστορική σάρκα της Ορθοδοξίας και συστατικό στοιχείο της Ρω­μαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι πολιτιστικά μειονε­κτικοί Φράγκοι, λοιπόν, αρχίζουν να συκοφαν­τούν τον ελληνικό πολιτισμό ως πολιτισμό πλάνης και να αποκαλούν τους Έλληνες Γραι­κούς, προσδίδοντας όμως στο αρχαίο αυτόόνομα τους χλευαστικό περιεχόμενο (γραικός = αιρετικός, απατεώνας).

Στη μεθοδευμένη επίθεση των Φράγκων η εκκλησία της Ρώμης αγωνίζεται να μείνει πιστή στην πρωτοχριστιανική παράδοση και την ελληνική της συνέχεια, διατηρώντας εκκλησιαστική κοινωνία με όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχία κοινωνία με όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανατολής. Έτσι για παράδειγμα το 816 ο πάπας Λέων Γ αρνήθηκε την προσθήκη του FILIOQUE για να διαφυλαχτεί το αλώβητο το Σύμβολο της Πίστεως από τις φράγκικες παραποιήσεις, διέταξε να χαραχθεί το αυθεντικό κείμενο σε αργυρές πλάκες που εντοιχίστηκαν στο ναό του Αγίου Πέτρου με την επιγραφή. «Αυτές εγώ, ο Λέων τις τοποθέτησα από αγάπη και την διαφύλαξη της ορθοδόξου πίστεως». Αργότερα εκπρόσωποι του πάπα Ιωάννου Η συμμετείχαν στην σύνοδο της Κων/λεως (879- 880) η οποία για την Ορθοδοξία είναι η Η Οικουμενική και στην προεδρία του πατριάρχου Κων/λεως αγίου Φωτίου του Μεγάλου καταδικαστήκαν οι φραγκικές αιρέσεις για τις εικόνες και το FILIOQUE.

Το 10 αι. οι Φράγκοι εντείνουν την πολεμική κατά των ορθοδόξων Ρωμαίων της Δύσεως στοχεύοντας στην κατάληψη του παπικού θρόνου. Τελικά, το 1009 καταλαμβάνουν το Ορθόδοξα Πατριαρχείο της Ρώμης και ανεβάζουν στον θρόνο τον Φράγκο πάπα Σέργιο Δ’, ό οποίος: προσθέτει στο Σύμβολο της Πίστεως το αιρετικό FILIOQUE. Τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Ανα­τολής απαντούν με τη διαγραφή του ονόματος, του από τα Δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οπότε το Σχίσμα γίνεται πραγματικότητα,

1.Στίς 16 Ιουλίου του 1054, ό επικεφαλής της παπικής αντιπροσωπείας καρδινάλιος Ουμβέρτος κατέθεσε στην αγία Τράπεζα του ναού της Αγίας Σοφίας, στην Κωνσταντινούπολη, τον αφορισμό της ανατολικής Χριστιανοσύνης, Με, την πράξη του αυτή, ή φράγκικη Χριστιανοσύνη οριστικοποιούσε τον χωρισμό της από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν ήταν ή αρχή αλλά ή, επιβεβαίωση ενός σχίσματος πού είχε καλοσχεδιαστεί 260 χρόνια νωρίτερα στην αυλή του Καρλομάγνου· ενός σχίσματος πού «δεν έγινε, μεταξύ δυτικών και ανατολικών Ρωμαίων»,. όπως πολλοί νομίζουν, «αλλά μεταξύ Φράνκων, και Ρωμαίων·· (καθηγ. π Ιωάννης Ρωμανίδης).

ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

Από τη στιγμή πού το πρωτόθρονο Πατριαρχείο της Ρώμης αποκόπηκε από το σώμα του Χριστού, στερήθηκε πλέον τη θεία χάρη, με συνέπεια τη σταδιακή αποσύνθεση του. Καθώς σημειώνει χαρακτηριστικά ό άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, «ή Δυτική Εκκλησία έχασε την πνευματική της ελευθερία, έχασε τον στολισμό της, κλονίσθηκε από τα θεμέλια της, στερήθηκε τον πλούτο της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, την παρουσία του Χριστού. Τελικά, κατάντησε ένα σώμα βουβό, χωρίς πνεύμα και ψυχή”. Για αυτό στους επόμενους αιώνες ακολουθεί έναν αλλοτριωτικό κατήφορο δίχως ελπίδα επιστροφής, οδηγώντας τον άνθρωπο της Δύσεως στην απογοήτευση, το υπαρξιακό κενό και το αδιέξοδο.

Α’. Λίγα μόλις χρόνια μετά το Σχίσμα, το 1075, ό πάπας Γρηγόριος Ζ’ προβάλλει —στις, περίφημες Παπικές Υπαγορεύσεις του— τιςαξιώσεις του παπικού θρόνου για την απόλυτη κυριαρχία του κόσμου:

«Ή Ρωμαϊκή Εκκλησία ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Θεό. Ό πάπας είναι ό απόλυτος κύριος της παγκόσμιας Εκκλησίας. Διορίζει και καθαιρεί επισκόπους. Μόνο αυτός μπορεί να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο. Οι αντιπρόσωποι του είναι ανώτεροι από τούς επισκόπους. Μόνο’ αυτός χρησιμοποιεί τα αυτοκρατορικά διάση­μα. Οι πρίγκιπες οφείλουν να του φιλούν τα πόδια. Έχει το δικαίωμα να καθαιρεί τους αυ­τοκράτορες. Χωρίς τη δική του έγκριση κανένα βιβλίο δεν είναι έγκυρο. Οι αποφάσεις του δεν ακυρώνονται από κανέναν· αυτός μόνος μπο­ρεί να ακυρώνει τις αποφάσεις όλων των άλλων, Ό πάπας δεν μπορεί να κριθεί από κα­νέναν. Ή αγιότητα του είναι εξασφαλισμένη χάρη στις αρετές του αγίου Πέτρου. Ή Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν σφάλλει ποτέ, ούτε και πρόκειται ποτέ να σφάλει·.

Μ’ αυτές τις θέσεις του πάπα Γρηγορίου Ζ αρχίζουν οι σκληροί αγώνες της «Εκκλησίας» της Ρώμης για τη θρησκευτική, πολιτική και κοινωνική επιβολή της στους χριστιανικοί λαούς της Δύσεως (αγώνας περί επιβολής), που διαρκούν 200 περίπου χρόνια. Τελικά, ο πάπας συγκεντρώνει στα χέρια του κάθε εξουσία -πνευματική, πολιτική, νομοθετική, δικαστική. Είναι η πρώτη εμφάνιση του ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη.

Β’. Το 1095 ό πάπας Ουρβανός Β’, με το σύνθημα «Το θέλει ό Θεός» ξεσήκωσε ολόκλη­ρη τη δυτική Χριστιανοσύνη σε ιερό πόλεμο,κατά των Μουσουλμάνων πού κατείχαν τους Αγίους Τόπους. Πρόκειται για τις Σταυροφορίες, τις όποιες ή Ανατολή έζησε εφιαλτικάως βαρβαρικές επιδρομές.

Γ’. Τον 12αι και τον 13ο αι. ή Λατινική «Εκ­κλησία» ιδρύει στα μοναστήρια των μεγάλων πόλεων ειδικές σχολές, όπου διδάσκεται ή σχολαστική θεολογία. Οι σχολαστικοί θεολόγοι παραθεωρούν την αποκαλυπτική και εμπειρική πίστη της Εκκλησίας, στηρίζονται στην αριστοτελική φιλοσοφία και προσπαθούν να διε­ρευνήσουν τα μυστήρια του Θεού με την ανθρώπινη λογική και τον στοχασμό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την πίστη σ’ έναν διαστρε­βλωμένο, φανταστικό θεό, τον οποίο ό άνθρω­πος της Δύσεως καλείται να προσεγγίσει με τις νοητικές του ικανότητες. Έτσι, ή χριστιανική πίστη από βιωματική σχέση με τον Θεό ξεπέφτει σ’ ένα αφηρημένο μεταφυσικό ιδε­ολόγημα, το όποιο η «Εκκλησία» – κράτος αναλαμβάνει να περιβάλει με την αυθεντία της και να προστατεύσει ή και να επιβάλει με την εξουσία της. Τελικά, με τον σχολαστικισμό, ή Δύση απομακρύνεται οριστικά από τη γνη­σιότητα του εκκλησιαστικού βίου, και στον πο­λιτισμό της υπερισχύουν ή νοησιαρχία, ό ορθο­λογισμός και ό ατομοκεντρισμός. Έχει εύστοχα επισημανθεί ότι «ό δυτικός Χριστιανισμός δεν είναι ή Εκκλησία του Θεού Λόγου αλλά η θρησκεία του ορθού λόγου»· (π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).

Δ’. Τον 13ο αι. διατυπώνεται από τους σχο­λαστικούς θεολόγους το αξίωμα ότι ή εκκλη­σιαστική ηγεσία είναι αλάθητη. Την ίδια εποχή (1233) ό πάπας Γρηγόριος Θ’ ιδρύει τον θεσμό της Ιεράς Εξετάσεως, για την οργανωμένη καταδίωξη και εξουδετέρωση όσων αμφισβη­τούν την παπική αυθεντία. Ένας μηχανισμός τρόμου και φρίκης απλώνεται σταδιακά σ’ όλη την Ευρώπη. Ταυτόχρονα ή εξουσία του κλήρου ενισχύεται, ενώ ό λαός παραγκωνίζε­ται και βυθίζεται στην αμάθεια (κληρικαλισμός).

Ε’. Ή βαθιά εκκοσμίκευση της Δυτικής «Εκ­κλησίας» κλόνισε την πίστη μυριάδων Χρι­στιανών και δημιούργησε κύματα αντιδράσε­ων. Το εμπόριο του πάπα με τα συγχωροχάρτια έδωσε την αφορμή, το 1517, να ξεσπάσει σαν ηφαίστειο ή απαίτηση για αλλαγή. Ό μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος ηγήθηκε ενός πολυπλη­θούς κινήματος, της Μεταρρυθμίσεως, πού αποσχίστηκε από την Παπική «Εκκλησία». Οι αποσχισθέντες ονομάστηκαν Διαμαρτυρόμενοι (Προτεστάντες). Σύντομα σχηματίστηκαν και άλλες παρόμοιες προτεσταντικές ομάδες. Με­ταξύ Παπικών και Διαμαρτυρομένων δημι­ουργήθηκε αγεφύρωτο μίσος, με συγκρούσεις, πολέμους και εγκλήματα. Στη Γαλλία, τη φο­βερή Νύχτα του αγίου Βαρθολομαίου (23 προς 24 Αυγούστου 1572), οι Παπικοί έσφαξαν χι­λιάδες Προτεστάντες. Αποκορύφωμα των θρη­σκευτικών πολέμων υπήρξε ό Τριακονταετής Πόλεμος (1618 – 1648), ό οποίος συντάραξε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη.

ΣΤ’. Στο πέρασμα των αιώνων, οι λαοί της Ευρώπης έζησαν στο πρόσωπο του Παπισμού έναν Χριστιανισμό πού δεν ελευθερώνει την ανθρώπινη ύπαρξη αλλά την καταδυναστεύει. Γι’ αυτό σύντομα οδηγήθηκαν στον αγνωστι­κισμό και την αθεΐα. Ή Αναγέννηση αρχικά (14ος – 16ρς αι.) και ό Διαφωτισμός αργότερα (18ος αι.) απορρίπτουν τον φράγκικο θεό, διατηρούν όμως τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό του Παπισμού και διακηρύσσουν την αυτοθεοποίηση του ανθρώπου. Τον 19ο αι. ακούγεται πλέον καθαρά το κήρυγμα του θανάτου του Θεού από τον Νίτσε και τους διαδόχους του: «Ό Θεός πέθανε, η πίστη στον χριστιανικό Θεό δεν είναι πια πιστευτή…”. ‘ Έχει σωστά επισημανθεί από πολλούς ότι όλα : τα σύγχρονα αθεϊστικά συστήματα της Δύσεως -φιλοσοφικά, κοινωνικά, πολιτικά- είναι καρποί της σχολαστικής μεταφυσικής και του παπι­κού ολοκληρωτισμού.

Ζ’. Τους δύο τελευταίους αιώνες ή Ρώμη, αντί να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, σκληραίνει περισσότερο τη στάση της.

Ή Α’ Βατικανή Σύνοδος (1870) επιβάλλει ως απαράβατο δόγμα πίστεως το πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο του πάπα. Πρόκειται για την τελειωτική πτώση της Δυτικής «Εκ­κλησίας». Ό Χριστός, ή μόνη αλάθητη Κεφαλή της Εκκλησίας, εξορίζεται από τη γη, και τη θέση Του καταλαμβάνει ό ειδωλοποιημένος ποντίφικας της Ρώμης! Στη διαμαρτυρία καρδι­ναλίου για την αντιπαραδοσιακότητα του νέου δόγματος, ό πάπας Πίος Θ’ αντιτάσσει τον πα­ροιμιώδη του λόγο: «Ή παράδοση είμαι εγώ»! Από τους Λατίνους πού διαφωνούν με τη δογματοποίηση του παπικού απολυταρχισμού, μια σημαντική μερίδα αποσχίζεται και δημιουργεί την «Παλαιοκαθολική Εκκλησία”.

Ή Β’ Βατικανή Σύνοδος (1962 – 1965),

Παρόλο πού επαγγέλλεται την ανακαίνιση, διατηρεί το αλάθητο του πάπα και το επεκτείνει σε όλες τις αποφάσεις του. Ταυτόχρονα, ή ίδια Σύνοδος καλεί τους Χριστιανούς όλων των δογμάτων σε παγχριστιανική ενότητα με κέντρο, όμως, τη Ρώμη και αρχηγό τον πάπα (ρωμαιοκεντρικός/παποκεντρικός οικουμενισμός).

‘ Η’. Στα τέλη του 20ου αι. μια πρωτόγνωρη αποδιοργανωτική κρίση ξεσπάει στους κόλπους της Παπικής «Εκκλησίας». «Περιμέναμε μετά τη (Β’ Βατικανή) Σύνοδο, δήλωνε ο πάπας Παύλος ΣΤ’, «να ξημερώσει μια μέρα ηλιόλου­στη για την Εκκλησία. Βρεθήκαμε, όμως, μέσα στη χειρότερη καταιγίδα».

Επιφανείς παπικοί θεολόγοι εκφράζουν ανοιχτά την αντίθεση τους στο παπικό αλάθη­το. Χιλιάδες κληρικοί, ανάμεσα τους και στελέχη του Βατικανού, εγκαταλείπουν την Ιεροσύνη, πολλοί απ` αυτούς και την πίστη. Οι μο­ναχικές και ιερατικές κλίσεις γνωρίζουν φο­βερή μείωση. Στο Βέλγιο μόνο, κατά το διάστη­μα 1995 – 2007, δεν χειροτονήθηκε ούτε ένας ιερέας! Σε εκκλησιαστικές σχολές, ακόμα και σε παπικά μοναστήρια, για να ξεπεραστούν τα υπαρξιακά αδιέξοδα πού δημιουργούν ο ηθικισμός και ή υποχρεωτική αγαμία του κλήρου, εισάγονται ό υπερβατικός διαλογισμός και ή ψυχανάλυση.

Άλλα και το παπικό ποίμνιο οδηγείται ραγδαία στον θρησκευτικό αποχρωματισμό και γνωρίζει μια τρομακτική ηθική κρίση. Οι παπικοί ναοί πού κλείνουν ή εκποιούνται, το Ισλάμ και οι ανατολικές θρησκείες πού κατακτούν έδα­φος, ή παραθρησκεία και ό σατανισμός πού αυξάνουν τους οπαδούς τους κ.ά.π μαρτυρούν τη δυσχερή θέση της Λατινικής «Εκκλησίας».

Θ’. Τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνει ό αριθμός των Δυτικών πού αναζητούν τη γνη­σιότητα της χριστιανικής ζωής στην Ορθοδοξία. Το ενδιαφέρον για την πατερική θεο­λογία, την ορθόδοξη-λειτουργική ζωή, τον ανατολικό μοναχισμό κ.ά.π, αλλά και οι μεταστροφές στην Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι γεγονότα σημαντικά. Ωστόσο, οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί του Βατικανού, έχοντας πια σκλη­ρυνθεί, δεν φαίνονται πρόθυμοι να αρνηθούν το παρελθόν τους.

Το 2005 ό φιλορθόδοξος καθηγητής Ιωσήφ Ράτσιγκερ ανέβηκε στον θρόνο της Ρώμης ως Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’, αναπτερώνοντας τις ελπίδες όσων προσδοκούσαν την ανανέωση της Δυτικής «Εκκλησίας». Σύντομα, όμως, οι σκληροπυρηνικές ενέργειες και δηλώσεις του νέου πάπα φανέρωσαν την αποκοπή του από τον βαθύτερο εαυτό του και την αδυναμία του ν’ αντιληφθεί τις απαιτήσεις των καιρών. Δυ­στυχώς, κάθε πάπας είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί την «αλάθητη» πορεία των προκατόχων του και να συμμορφώνεται με τα θελήματα της πανίσχυρης Παπικής Αυλής (ROMANO CURIA), ή οποία επίσης κατέχει και επιβάλλει το δικό της «αλάθητο».

ΠΑΠΙΚΕΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ

1. Το Φιλιόκβε. Σύμφωνα με τη θεία αποκάλυψη, ό Θεός διακρίνεται σε Τρία Πρόσωπα, τα , οποία είναι ομοούσια, ισότιμα και ισοδύναμα μεταξύ τους. Έτσι δεν υπάρχουν τρείς Θεοί αλλά ένας. Κάθε Πρόσωπο, όμως, έχει ένα ξεχωριστό ιδίωμα, το οποίο δηλώνει τον διαφορετικό τρόπο υπάρξεως Του· Ό Πατέρας είναι αγέννητος (είναι ή μοναδική αρχή και πηγή της Θεότητας)· ό Υιός είναι γεννητός (γεννάται από τον Πατέρα «προ πάντων των αιώνων»)· και το Άγιο Πνεύμα είναι εκπορευτό (ούτε αγέννητο είναι ούτε γεννάται, αλλά εκπορεύεται από τον Πατέρα «προ πάντων των αιώνων»).

Το Σύμβολο της Πίστεως, πού καταρτίστηκε από τις Α’ και Β’ Οικουμενικές Συνόδους (325, 381), ομολογεί πίστη «εις το Πνεύμα το Ανιόν, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον», ακολουθώντας τα λόγια του Χρι­στού- «Όταν έλθη ό Παράκλητος… το Πνεύμα της αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπο­ρεύεται…» (Ίω. 15, 26). Το 431, ή Γ Οικουμε­νική Σύνοδος απαγόρευσε ρητά οποιαδήποτε προσθαφαίρεση στο ιερό Σύμβολο.

Οι Φράγκοι, όμως, θέλοντας να κατανοήσουν την ουσία του Θεού με τη λογική τους, παρερμήνευσαν τα λόγια του Χριστού, περιφρόνησαν τις Οικουμενικές Συνόδους και πρόσθεσαν στο Σύμβολο, μετά τη φράση «…το εκ του Πατρός εκπορευόμενον…>>, τη λέξη FILIOQUE (Φιλιόκβε = και εκ του Υιού), πού σημαίνει ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Με την προσθήκη αυτή δημιουργούνται άλυτα θεολογικά προβλήματα και σοβαρές αλλοιώσεις στην πίστη και τη ζωή της Εκ­κλησίας. Συγκεκριμένα·

• Εισάγονται στην ‘Αγία Τριάδα δύο αρχές. Δηλαδή, προκύπτουν δύο κύριοι Θεοί (Πατέρας και Υιός) και ένας δευτερεύων (το Άγιο Πνεύμα). Επέρχεται έτσι πλήρης διάλυση του Τριαδικού δόγματος. Ό «Τριαδικός Θεός» των Παπικών δεν είναι πλέον ο αληθινός Θεός αλλά ένας πλασματικός και ανύπαρκτος Θεός.

· Το Άγιο Πνεύμα υποτιμάται και παραγκωνίζεται από τη ζωή της Εκκλησίας και του Χριστιανού. Έτσι ή Εκκλησία στερείται τον χαρισματικό – αγιοπνευματικό χαρακτήρα της, επιδιώκει την κοινωνική επιβολή και το κοσμικό κύρος, υπερτονίζει την εγκόσμια οργάνωση και αποστολή της. Ό Χριστιανός, πάλι, δεν αποσκοπεί στην εσωτερική του ανακαίνιση και τη γνώση του Θεού, πού πραγματοποιούνται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, αλλά περιορίζεται στην ηθική του ‘- βελτίωση και την εξωτερική μίμηση του Χριστού.

Ή εξάρτηση, τέλος, του Αγίου Πνεύματος από τον Υιό έδωσε τη δυνατότητα στη Ρώμη να υποστηρίξει με κύρος ότι στον κόσμο μόνο ό πάπας, ως αντιπρόσωπος του Χριστού, έχει τη δυνατότητα να διαθέτει τις δωρεές πού χορηγεί το «Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία».·

2. Οι κτιστές ενέργειες στον Θεό (κτιστή χάρη).

Μία από τις μεγαλύτερες πλάνες του Παπισμού είναι το ότι ταυτίζει την άκτιστη ουσία του Θεού με τις άκτιστες ενέργειες Του. Και, επιπλέον, το ότι αποδίδει στον Θεό κτιστές ενέργειες. Κτιστές ενέργειες, όμως, έχουν μόνο τα κτίσματα. Ό άκτιστος Θεός έχει μόνο άκτιστες ενέργειες.

Στην ορθόδοξη θεολογία γίνεται διάκριση της άκτιστης ουσίας του Θεού από τις άκτιστες ενέργειες Του. Με την ουσία, βέβαια, του Θεού, ή οποία είναι εντελώς ακατάληπτη και ανέκφραστη, ό πιστός δεν μπορεί να έρθει σε κοινωνία. Επικοινωνεί, όμως, με τις θείες ενέργειες Του (θεία χάρη). Αυτές, όπως και ή θεία ουσία, είναι άκτιστες και αδημιούργητες. Είναι δηλαδή κάτι άλλο από τη θεία ουσία, αλλά όχι κάτι άλλο από τη Θεότητα. Ό πιστός, με τη μετάνοια, την άσκηση, την προσευχή και τη συμμετοχή του στα Μυστήρια της Εκκλησίας, κοινωνεί με τις άκτιστες θείες ενέργειες, γίνε­ται «θείας κοινωνός φύσεως» (Β’ Πέτρ. 1, 4). Δηλαδή με τις άκτιστες θείες ενέργειες και κατά το μέτρο του πνευματικού του αγώνα κα­θαρίζεται ή καρδιά του από τα πάθη, φωτίζεται ό νους του και αξιώνεται να «δει», με τρόπο μυ­στικό και απόρρητο, τη θεία δόξα, το άκτιστο Φως. Αυτή είναι ή ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας μας.

Οι Παπικοί, αντίθετα, δεν δέχονται άκτιστες ενέργειες στον Θεό. Πιστεύουν ότι ό Θεός είναι ουσία απρόσιτη και δεν επικοινωνεί προσωπικά με τον άνθρωπο. Ενεργεί στον κόσμο όχι άμεσα αλλά μόνο έμμεσα, με κτιστές ενέργειες. Γι’ αυτούς ή θεία χάρη είναι μέγεθος κτιστό, πού το δημιουργεί ο Θεός για να σώσει τον άνθρω­πο. Κτιστή είναι επίσης ή χάρη των Μυστήριων, όπως κτιστό ήταν και το Θαβώρειο φως της Με­ταμορφώσεως του Χριστού.

Ή διδασκαλία αυτή έχει ολέθριες συνέπειες στη ζωή του Χριστιανού. Γιατί, αν ή θεία χάρη είναι πράγματι κτιστή, ό άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στον αγιασμό και τη θέωση. Κι αυτό επειδή, απλούστατα, ένα κτίσμα —κτιστή ενέρ­γεια (χάρη)— δεν είναι δυνατό να λυτρώσει και να θεωρεί άλλο κτίσμα —τον άνθρωπο. Έτσι, οι Δυτικοί «δεν ομιλούν περί θεώσεως ως σκοπού της ζωής του ανθρώπου, αλλά περί ηθικής τελειώσεως· ότι οφείλουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, όχι όμως θεοί κατά χάριν. Κατά συνέπειαν ή Εκκλησία δεν ημπορεί να είναι κοι­νωνία θεώσεως, αλλά ίδρυμα παρέχον στους ανθρώπους την δικαίωσι κατά ένα νομικίστικο και δικανικό τρόπο δια μέσου της κτιστής χάρι­τος. Σε τελική δηλαδή ανάλυση, καταλύεται ή ιδία ή αλήθεια της Εκκλησίας ως πραγματικότης θεανθρωπίνης κοινωνίας»..

Ή δυτική θεολογία, με την άρνηση της να δεχθεί άκτιστες ενέργειες στον Θεό, αποξε­νώθηκε από την πατερική θεολογία, με συν­έπεια να οδηγηθεί και σε πολλές άλλες κακοδοξίες. Κι αυτό γιατί οι Πατέρες της Εκκλη­σίας, όταν θεολογούσαν, εξέφραζαν με ανθρώ­πινα λόγια την εμπειρία πού είχαν αποκτήσει από την κοινωνία τους με τις θεουργικές ενέργειες του Αγίου Πνεύματος (εμπειρία θεώσεως)· ή θεολογία τους, δηλαδή, είναι ή αποκάλυψη του ίδιου του Θεού. Οι Παπικοί, όμως, επειδή δεν έχουν δυνατότητα κοινωνίας με τις άκτιστες θείες ενέργειες, θεολογούν με βάση τον ανθρώπινο στοχασμό· ή θεολογία τους, δηλαδή, είναι ένα ανθρώπινο μεταφυσικό ιδεολόγημα πού δεν έχει σχέση με τη θείο αλήθεια.

Ή βαθιά αλλοίωση πού επιφέρει στη ζωή της Εκκλησίας ή θεωρία για την κτιστή χάρη, απασχόλησε έντονα την Ορθόδοξη Ανατολή σε πέντε μεγάλες Συνόδους της Κων/πόλεως (14ος αι.). Σ’ αυτές διατυπώθηκε ξεκάθαρα ή ορθόδοξη εμπειρία, με κορυφαίο ομολογητή τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά.

3. Το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθη­το.

Εφόσον, με τις κακοδοξίες του Filioque και της κτιστής χάριτος, το Άγιο Πνεύμα υπο­βαθμίστηκε και ολόκληρη ή Τριαδική Θεότητα απωθήθηκε στον χώρο του εμπειρικά απρόσι­του, το κενό πού δημιουργήθηκε έρχεται να το καλύψει ένας άνθρωπος, ό ποντίφικας της Ρώμης. Αυτός ανακηρύσσεται αλάθητος και απόλυτος κύριος της παγκόσμιας Εκκλησίας.

Για να μη νομιστεί ότι το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο ανήκουν πια στο πα­ρελθόν της Δυτικής «Εκκλησίας», αναφέρου­με κάποιες πτυχές της σύγχρονης πρακτικής του πάπα και παραθέτουμε αποσπάσματα από το “Δογματικό Σύνταγμα περί Εκκλησίας» της Β’ Βατικανής Συνόδου (1965), πού περι­λαμβάνονται και στη σύγχρονη -Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας”:

«Ό επίσκοπος Ρώμης, με το αξίωμα του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί».

“Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος, αν δεν επικυρωθεί, ή τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από τον διάδοχο του Πέτρου».

«Το αλάθητο, με το οποίο ό θείος Λυτρωτής θέλησε εφοδιασμένη την Εκκλησία του, το έχει ό επίσκοπος Ρώμης… Για αυτό και οι απο­φάσεις του, πολύ ορθά, θεωρούνται αμετάκλη­τες από το δικό τους χαρακτήρα και όχι από τη συναίνεση της Εκκλησίας… Γι’ αυτό δεν έχουν ανάγκη από την επικύρωση των άλλων, ούτε επιδέχονται έκκλητο σε άλλο όργανο κρίσης».

Με τον αέρα της αλάθητης εξουσίας, ό πάπας Παύλος ΣΤ’ ανακήρυξε, το 1963, τη Β’ Βατικανή Σύνοδο ως Οικουμενική με τα εξής λόγια: «Εγώ, λοιπόν, ό Πάπας, πού συγκεν­τρώνω στο πρόσωπο μου και στο άγιο αξίωμα μου όλη την Εκκλησία, ανακηρύσσω τη Σύνοδο αύτη ως Οικουμενική». Και υπέγραψε τις απο­φάσεις της Συνόδου με τη φράση “Εγώ ΠΑΥ­ΛΟΣ, Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας».’Αλλά και ό εκάστοτε πάπας, θεωρώντας τον εαυτό του υπερεπίσκοπο, δεν υπογράφει ως «Επίσκοπος Ρώμης» αλλά ως « Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας» (μόνος αυτός!) ή απλώς , με το όνομα του, πχ. «Βενέδικτος ΙΣΤ’».

Όλοι οι επίσκοποι της Δυτικής «Εκκλησίας», σε οποιοδήποτε μέρος της γης δεν εκλέγονται από τη σύνοδο της τοπικής τους «Εκκλησίας», αλλά διορίζονται από τον πάπα και λαμβάνουν από τα δικά του χέρια το ωμοφόριο, ως δείγμα της υποταγής τους στην παπική εξουσία.

Ό πάπας Ιωάννης – Παύλος Β’ (2005) ξεπέρασε σε κινητικότητα κάθε άλλον πολιτικό και θρησκευτικό ηγέτη, προκειμένου να επι­βληθεί στη διαμορφούμενη Νέα Τάξη Πραγμάτων ως ό αδιαμφισβήτητος θρησκευτικός πλανητάρχης. Θυμίζουμε, μόνο, την «προέλαση» του στις ορθόδοξες χώρες (και στην Ελλάδα, δυστυχώς), αλλά και τις ετήσιες Πανθρησκειακές Συναντήσεις, τις όποιες είχε καθιερώσει από το 1986 και στις όποιες εμφανιζόταν ως το ενοποιό κέντρο όλων των θρησκειών.

Ό παποκεντρισμός της Δυτικής «Εκκλησίας» τη διατηρεί, είναι αλήθεια, σε μια οργανωτική ενότητα πέρα από εθνικά σύνορα και τοπικές παραδόσεις, και συνάμα της δίνει τη βεβαιότητα μιας παγκόσμιας δύναμης, πού μπορεί να επηρεάζει και να κατευθύνει πολλές κοινωνικές ομάδες σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Παράλληλα η παπική αυθεντία δίνει το δικαίωμα στον Ρωμαίο-ποντίφηκα να ορίζει, αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα, την αλήθεια της Δυτικής «Εκκλησίας», στην οποία οι λαοί οφείλουν τυφλή υποταγή. Αυτά τα στοιχεία προσδίδουν στο Παπισμό απολυταρχικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια απλή νοθεία του εκκλησιαστικού ήθους, αλλά για την ουσιαστικότερη και θλιβερότερη διαστροφή πού γνώρισε ό Χριστιανισμός στην ιστορική του πορεία.

Το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο όχι μόνο στερούνται κάθε θεολογικής ή ιστορικής νομιμότητας, αλλά και αντιβαίνουν στην απλή λογική. Καταρχήν, δεν υπάρχει καμία ιστορική ένδειξη ότι ο απόστολος Πέτρος υπήρξε πρώτος επίσκοπος της Ρώμης και ότι ασκούσε πάνω στους άλλους αποστόλους πρωτείο εξουσίας, το όποιο κληροδότησε στους υποτιθέμενους διαδόχους του επισκόπους της Ρώμης. Γι’ αυτό και στην πρώτη χιλιετία καμιά Οικουμενική Σύνοδος δεν θέσπισε κάποιο ρω­μαϊκό αλάθητο ή πρωτείο εξουσίας. ‘Από τούς αποστολικούς χρόνους ή Εκκλησία διατηρεί, ως χαρακτηριστικό στοιχείο του διοικητικού της συστήματος, τη συνοδικότητα. Οι επίσκοποι, οι οποίοι συμμετέχουν στις συνόδους, με­ταφέρουν σ’ αυτές την πίστη και το βίωμα του εκκλησιαστικού πληρώματος πού εκπροσω­πούν. Ή γνώμη και ή ψήφος όλων των επι­σκόπων έχουν την ίδια ισχύ και οι συνοδικές αποφάσεις λαμβάνονται με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα, τελικά, συγκροτεί την Εκκλησία και Αυτό την οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ίω. 16,13). Έτσι, το αλάθητο δεν ανήκει σ’ έναν άνθρωπο αλλά σε ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας και εκφράζε­ται με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, εφόσον αυτές γίνονται αποδεκτές από την εκκλησιαστική συνείδηση, δηλαδή από τον λαό του Θεού.

Αντίθετα, στον Παπισμό οι σύνοδοι αποτε­λούν απλά συμβουλευτικά σώματα, ή συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος αγνοείται και ό πάπας τοποθετείται πάνω από την Εκ­κλησία. ‘Αλλά πώς μπορεί να θεωρείται αλάθη­τος ό πάπας, όταν ή ιστορία παρουσιάζει πο­λυάριθμους πάπες να διαπράττουν τραγικά λάθη, ακόμη και σε αιρέσεις να πέφτουν, όπως ά πάπας Ιούλιος, πού αφορίστηκε από τη Σύνο­δο της Σαρδικής (347), ό Όνώριος, πού αναθε­ματίστηκε από την ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο (691), ή ό Γρηγόριος Θ’, πού ίδρυσε την Ιερά Εξέταση;

Με το παπικό πρωτείο και το αλάθητο ως κεντρικά δόγματα της Δυτικής «Εκκλησίας», επισφραγίζεται ό έντονος ανθρωποκεντρισμός της· Ή πίστη στον Θεάνθρωπο αντικαθίσταται με την πίστη στον άνθρωπο- στη γη δεν υπάρχει θέση για τον Χριστό, αφού Τον αντικαθιστά ό πάπας ως μοναδικός τοποτηρητής Του (VICARIUS CHRISTI). «Τι τραγικός παραλογισμός!», αναφω­νεί ό σύγχρονος πατέρας της Εκκλησίας π. Ιουστίνος Πόποβιτς, -Να ορίζεται αναπλη­ρωτής και αντικαταστάτης για τον πανταχού παρόντα Κύριο και Θεό ! Και συμπληρώνει: “Το δόγμα περί του αλάθητου του πάπα – ανθρώ­που είναι ή αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προ­ηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού… Στην ιστορία του ανθρωπίνου γέ­νους υπάρχουν τρείς κυρίως πτώσεις: του Αδάμ, του Ιούδα, του πάπα».

4. Ό παποκαισαρισμός.

Πρόκειται για την ταύτιση εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο (θεοκρατία). Ό πάπας είναι αρχηγός της Λατινικής «Εκκλησίας» και συν­άμα αρχηγός του κράτους του Βατικανού, ο παποκαισαρισμός —εντελώς ασυμβίβαστος με το Ευαγγέλιο, τους ιερούς Κανόνες και την εκκλησιαστική παράδοση— αφαιρεί από τον Παπισμό κάθε δικαίωμα να εμφανίζεται ως Εκ­κλησία. Το πρώτο παπικό κράτος ιδρύθηκε, καθώς είδαμε, το 754. Το σημερινό παπικό κράτος συ­νιστά ένα άξιολύπητο μεσαιωνικό κατάλοιπο της εποχής μας. Τα όρια του καθορίστηκαν τα 1929 από τον δικτάτορα Μουσσολίνι και τον πάπα Πίο ΙΑ’. Ό τελευταίος, μάλιστα, διατύπωσε την άποψη ότι «ό αντιπρόσωπος του Θεού στή γη δεν μπορεί να είναι υπήκοος επίγειου κρά­τους». (Ό Χριστός ήταν υπήκοος επίγειου κράτους- ο «αντιπρόσωπος» Του πάπας δεν μπορεί να είναι!). Το Βατικανό σήμερα, όπως και κάθε κράτος, ασκεί διπλωματία, συνάπτει πολιτικές συμφωνίες με άλλα κράτη, διαθέτει πρωθυπουργό, υπουργούς, πρέσβεις, φρουρά, πρακτορείο ειδήσεων και κυρίως Τράπεζες, με τις όποιες επηρεάζει τη διεθνή οικονομία, συμ­μετέχοντας σε μεγάλες εταιρείες και επι­χειρήσεις.

5. Ή ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης.‘Από τον 11ο αι. διατυπώθηκε ή άποψη, πού αργότερα έγινε θεμελιώδες δόγμα του Παπι­σμού, ότι ό Θεός έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο να σταυρωθεί, για να ικανοποιηθεί ή θεία δικαιοσύνη από την προσβολή πού υπέστη εξαιτίας της ανθρώπινης αμαρτίας. Με αυτή την κακοδοξία το πρόσωπο του Θεού Πατέρα διαστρεβλώνεται και ή χριστιανική ζωή δια­ποτίζεται από έντονο νομικίστικο πνεύμα. Ό τέλειος και πολυεύσπλαχνος Θεός αποκτά τα χαρακτηριστικά εμπαθούς ανθρώπου —προσ­βάλλεται, οργίζεται, αγανακτεί, εκδικείται— και μεταβάλλεται σε αμείλικτο δικαστή και άγριοτιμωρό. Ή αμαρτία δεν θεωρείται ασθένεια της ψυχής, αλλά αξιόποινη παρεκτροπή και προ­σβολή του Θεού. Ό αγώνας για τη σωτηρία δεν αποσκοπεί στη θεραπεία από τα πάθη, τη ζωοποίηση του ανθρώπου και την ένωση του με τον Θεό, αλλά στην εξιλέωση του Θεού, τη νο­μική δικαίωση του ανθρώπου και την απαλλαγή του από τις ενοχές με τις καλές πράξεις, τα επιτίμια, τα διάφορα τάματα κ.λ.π Τελικά, ή σχέση αγάπης Θεού και ανθρώπου μετατρέπε­ται σε σχέση συναλλαγής. Πρόκειται, πράγματι, για ανατροπή του Ευαγγελίου της αγάπης και επιστροφή σε πρωτόγονες μορφές θρησκευ­τικότητας.

Ή θεωρία για την ικανοποίηση της θείας δι­καιοσύνης νομιμοποίησε τη βία και κατοχύρωσε θεολογικά τις Σταυροφορίες, την Ιερά Εξέταση, τους θρησκευτικούς πολέμους- Ή εξολόθρευση των έχθρων της πίστεως ικανοποιεί τη θεία δικαιοσύνη και εξαγνίζει και τις ψυχές των θυμάτων! Μέσα σ’ αυτό το δικανικό κλίμα διατυπώθηκε και το αντιβιβλικό δόγμα για το καθαρτήριο πυρ. Στο καθαρτήριο πυρ πηγαίνουν τάχα οι ψυχές των ανθρώπων μετά τον θάνατο τους, για να βασανιστούν προσωρινά μέσα στη φωτιά και να καθαριστούν από τις ποινές των αμαρ­τιών τους. Για τη συντομότερη απαλλαγή τους από το καθαρτήριο πυρ, επινοήθηκε ό θεσμός των λυσιποίνων (αφέσεων), ό όποιος βασίζεται στη δικανική θεωρία των αξιομισθιών ο Χριστός, δηλαδή, οι άγιοι στην επίγεια ζωή τους έπραξαν πλήθος καλά έργα, αξία αντα­μοιβής. Έτσι δημιουργήθηκε ένας θησαυρός περίσσιων αξιομισθιών. Ό πάπας, πού πιστεύει πως μπορεί να διαχειρίζεται τον θησαυρό αυτό, αντλεί από το πλεόνασμα του ένα μέρος για να λύσει τις ποινές των αμαρτωλών. Τα λυσίποινα σε παλαιότερες εποχές έδωσαν αφορμή και σε καταχρήσεις, χρησιμοποιήθηκαν δηλαδή για την άνομη συλλογή χρημάτων με την πώληση των γνωστών «συγχωροχαρτιών». Έτσι, ή χά­ρη και ή σωτηρία υποτάχθηκαν στη λογική του χρέους κοίτης εξαγοράς.

6. Μαριολατρία.

Στην Ορθοδοξία μας ή Θε­οτόκος τιμάται περισσότερο απ` όλους τους αγίους, γι’ αυτό λέγεται και Παναγία. Στον Πα­πισμό, όμως, από μια εσφαλμένη «ευσέβεια», της αποδίδεται λατρεία αλλά ή λατρεία ανήκει μονό στον Τριαδικό Θεό. Έτσι διατυπώθηκαν τα δόγματα α) της ασπίλου συλλήψεως της Θε­οτόκου, σύμφωνα με το όποιο ή Παναγία συ­νελήφθη χωρίς το προπατορικό αμάρτημα, και β) της ενσωμάτου αναλήψεως της, σύμφωνα με το οποίο ή Παναγία αναλήφθηκε με το σώμα και την ψυχή στον ουρανό, χωρίς να γνωρίσει θάνατο και ενταφιασμό (ενώ ό Χριστός και πέ­θανε και ενταφιάσθηκε!). Μ’ αυτές τις κακοδοξίες η Θεοτόκος ανυψώνεται ως την Τρια­δική Θεότητα, μέχρι σημείου να γίνεται λόγος και για Άγια Τετράδα!

7. Λειτουργικές καινοτομίες.

Ή επικράτηση του ορθολογισμού στην Παπική «Εκκλησία» δεν άφησε άθικτη ούτε τη λειτουργική ζωή της. Αναφέρουμε επιγραμματικά ορισμένες μόνο λειτουργικές καινοτομίες.

Το Βάπτισμα αντικαθίσταται με ένα συμβο­λικό «ραντισμό». Το Χρίσμα τελείται μόνο από τους επισκόπους, αρκετά χρόνια μετά το Βάπτι­σμα. Στη Λειτουργία τους, για τον άγιο Άρτο δεν χρησιμοποιούν ψωμί ζυμωμένο με προζύμι αλλά άζυμο (όστια). Ή αγαμία είναι υποχρεω­τική για όλους τους κληρικούς. Το Ευχέλαιο τε­λείται μόνο στους ετοιμοθάνατους. Οι εκκλη­σιαστικές εορτές εκκοσμικεύονται και με­ταβάλλονται σε φαντασμαγορικές τελετές (της Καρδίας του Ιησού, της Αγίας Δωρεάς κ.ά.). Ή νηστεία ουσιαστικά καταργείται, αφού, με απόφαση της Β’ Βατικανής Συνόδου, οι νηστήσιμες ήμερες περιορίζονται σημαντικά και ό τρόπος της νηστείας μένει ακαθόριστος, ενώ παρέχεται «ή δυνατότητα να αντικατασταθεί εν όλω η εν μέρει ό νόμος της νηστείας και της εγκράτειας από άλλες πράξεις μετάνοιας, όπως είναι τα έργα αγάπης στον πλησίον ή άλλες πράξεις ευσέβειας».

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ.

Ή σύντομη αναφορά στις λατινικές ετεροδιδασκαλίες οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ό Παπισμός δεν είναι μία απλή αίρεση του Χρι­στιανισμού —αφού ως αίρεση χαρακτηρίζεται και η παραμικρή απόκλιση από την αλήθεια της Εκκλησίας—, αλλά είναι παναίρεση και αναίρε­ση του ίδιου του Χριστιανισμού. Κι αυτό γιατί, καθώς εξηγεί ό π Ιουστίνος Πόποβιτς, οι διά­φορες αιρέσεις παραμόρφωσαν μερικά μόνο ιδιώματα του Χριστού, ενώ ό Παπισμός απομά­κρυνε ολόκληρο τον Χριστό και στη θέση του τοποθέτησε τον αλάθητο άνθρωπο. “Στην περίπτωση των καινοτομιών της δυτικής εκκλησίας δεν έχουμε απλώς μια καινούργια “αίρεση” του Χριστιανισμού, άλλο ριζική αλλοτρίωση του ίδιου του πυρήνα της εκκλησια­στικής αλήθειας. Καμιά προγενέστερη αίρεση δεν άλλαξε τόσο ριζικά τον τρόπο του χριστιανικού βίου, δεν δημιούργησε πολιτισμό με αντεστραμμένους τους όρους του χριστιανικού ευαγγελίου»!! Η εκκλησιαστική συνείδηση για την αιρετικότητα του Παπισμού καταγραφεί επανειλημμένα σε πληθώρα Συνοδικών αποφάνσε­ων”. Έτσι, οι Γ και Δ Οικουμενικές Σύνοδοι (431,451) καταδικάζουν ως αιρετικούς όσους διαστρέφουν την πίστη πού εκτίθεται στο ιερό Σύμβολο· ή χαρακτηριζόμενη ως Η’ Οικουμενική Σύνοδος (Κωνσταντινούπολη, 879 – 880) καταδικάζει την αίρεση του Filioque ή χαρακτηριζόμενη ως Θ’ Οικουμενική Σύνοδος (Κων­σταντινούπολη, 1351) καταδικάζει την αίρεση για την κτιστή χάρη. Στους νεότερους χρό­νους, οι αντιπαπικές Σύνοδοι πού συγκροτήθη­καν στην Κωνσταντινούπολη (1722,1727,1755, 1838,1848,1895), έγραψαν μια ένδοξη σελίδα στην εκκλησιαστική μας ιστορία. Σ’ αυτές, οι πατριάρχες της Ανατολής και οι λοιποί ορθόδο­ξοι αρχιερείς, με υψηλά αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και με κρυστάλλινη γλώσσα, στηλίτευ­σαν τον Παπισμό για τις παραποιήσεις της χριστιανικής πίστεως.

Για το ίδιο θέμα υπάρχει ευρύτατη συμφωνία στα έργα των αγίων Πατέρων . Όλοι οι Πατέρες, δίχως καμιά εξαίρεση, από τον άγιο Φώτιο τον Μέγα και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά ως τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και τον άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως, καταδικάζουν τους Παπικούς ως αιρετικούς, Σημειώνουμε μόνο τον λόγο του άγιου Μάρκου του Ευγενι­κού: «Τους αποστραφήκαμε ως αιρετικούς και για αυτό χωριστήκαμε από αυτούς… είναι αιρε­τικοί, και ως αιρετικούς τους αποκόψαμε».

Είναι αυτονόητο ότι ό Παπισμός, ως παναίρεση, βρίσκεται έξω από την Εκκλησία του Χρι­στού, γι’ αυτό και τα ονόματα των Παπικών δεν επιτρέπεται να μνημονεύονται στις θείες Λει­τουργίες μας. «Όσοι ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού», λέει σχετικά ο άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς, «έχουν την αληθινή πίστη· όσοι, όμως, δεν έχουν την αληθινή πίστη, ούτε στην Εκκλησία του Χριστού ανήκουν».

Ούτε, βέβαια, αποτελεί ό Παπισμός άλλη Εκ­κλησία, γιατί απλούστατα ή Εκκλησία του Χριστού, καθώς ομολογούμε στο ιερό Σύμβολο, είναι Μία και μοναδική, όπως ένας και μονα­δικός είναι ό Χριστός· «Εις Κύριος, μία πιστις, εν βάπτισμα» (‘Εφ. 4,5). Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχουν ιερείς και δεν τελούνται έγκυρα και αγιαστικά Μυστήρια. Καθώς αναφέρει ό άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, «δεν υπάρχει πουθενά σ` αυτούς (τους Παπικούς) το Άγιο Πνεύμα, γι’ αυτό και τα μυστήρια τους είναι αχαρίτωτα». Με σαφήνεια αναφέρει σχετικά ό Μέγας Βασίλειος στον Α’ Κανόνα του, τον επι­κυρωμένο από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο: «Όσοι χωρίστηκαν από την Εκκλησία, έχασαν τί χάρη του Αγίου Πνεύματος, την όποια είχαν. Γιατί, με τη διακοπή της αποστο­λικής διαδοχής (εξαιτίας του χωρισμού), στα­μάτησε και ή μετάδοση της χάριτος… Αυτοί λοιπόν, αφού αποσχίστηκαν, (από κληρικοί) έγιναν λαϊκοί και ούτε εξουσία είχαν να βαπτίζουν και να χειροτονούν, ούτε πάλι μπορούσαν να μεταδίδουν σε άλλους τη χάρη του Άγιου Πνεύματος, την οποία οι ίδιοι είχαν στερηθεί». Για αυτό και σήμερα, όσοι παπικοί «ιερείς» προσέρχονται στην Ορθοδοξία και επιθυμούν να διακονήσουν στο άγιο θυσιαστήριο, χειρο­τονούνται.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ.

Οι αλλοιώσεις του δόγματος επέφεραν αλλοιώσεις, όπως ήταν επόμενο, και στο ήθος της δυτικής Χριστιανοσύνης και οδήγησαν τον Παπισμό σε πράξεις πού ή ιστορία έχει χαρα­κτηρίσει ως εγκληματικές. Αυτές δεν αποτε­λούν απλώς περιστατικές παρεκτροπές ή προ­σωπικά λάθη κάποιων εκπροσώπων του, αλλά απορρέουν από την κρατική του δομή και την αιρετική του διδασκαλία. Όσο η Δυτική «Εκκλησία» παραμένει κράτος, και μάλιστα με κοι­νωνικοπολιτικές κυριαρχικές τάσεις, και όσο εμμένει στο δόγμα για την ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, δεν θα πάψει να επανα­λαμβάνει το θλιβερό της παρελθόν.

Την πρώτη μαύρη σελίδα του Παπισμού την έγραψαν οι Σταυροφορίες. Από το 1095 μέχρι το 1270, με πρόσχημα την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων και ανομολόγητο σκοπό την υπο­ταγή της χριστιανικής Ανατολής, ό παπικός θρόνος οργάνωσε, σε συνεργασία ρε τους δυ­τικούς ηγεμόνες, οκτώ Σταυροφορίες. Σ’ αυτές συμμετείχαν αγροίκοι και φανατισμένοι «στρα­τιώτες του Χριστού», πού στο πέρασμα τους σκότωναν, βεβήλωναν, ρήμαζαν τα πάντα. Θυ­μίζουμε μόνο ότι το 1099, όταν οι βαρβαρικές αυτές ορδές κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ, κατάσφαξαν 70.000 Σαρακηνούς και έκαψαν τους Εβραίους μέσα στη συναγωγή τους· επίσης, ότι το 1204 αιματοκύλισαν την Κων­σταντινούπολη και κατέστρεψαν μνημεία ανεκτίμητης πολιτιστικής αξίας, ζημιώνοντας ανε­πανόρθωτα τον παγκόσμιο πολιτισμό .

Τη δεύτερη μαύρη σελίδα του Παπισμού την έγραψε ή Ιερά Εξέταση, πού καλύπτει ένα από τα εφιαλτικότερα κεφάλαια της παγκόσμιας ιστορίας. Οδήγησε μυριάδες ανθρώπους στα βασανιστήρια και την πυρά. Βύθισε ολόκληρα κράτη στη φρίκη και τον τρόμο. Ταύτισε τον Χριστιανισμό στις συνειδήσεις των λαών με την απανθρωπιά και την ανελευθερία. Τέλος, «υπήρξε ό πρόδρομος των τρομοκρατών της Γαλλικής (1789) και της Μπολσεβίκικης (1917) Επαναστάσεως και των εγκληματιών του Φασι­σμού και του Ναζισμού». Ιδρύθηκε, όπως προ­αναφέραμε, τον 13ο αι. για να στηρίξει την πα­πική εξουσία στη Δύση. Θύματα της υπήρξαν διάφοροι αιρετικοί, άπιστοι, μάγοι, αλλόθρη­σκοι και γενικά αμφισβητίες του παπικού καθεστώτος ή υποθετικοί αντίπαλοι του. Οι ιεροεξεταστές ήταν κυρίως δομινικανοί μοναχοί και είχαν το δικαίωμα να υποβάλλουν τους υπό­πτους σε σκληρά βασανιστήρια, για να τους πειθαναγκάσουν στην ομολογία της ένοχης τους. Προβλέπονταν ποινές παροιμιώδεις για την αυστηρότητα τους· Δημόσια μαστίγωση, ισόβια δεσμά, δήμευση περιουσίας, θάνατος στη φωτιά. Διαβόητες υπήρξαν οι πανηγυρικές δημόσιες τελετές καύσεως των θυμάτων, τις όποιες ονόμαζαν Έργο Πίστεως και στις όποιες συμμετείχαν και κληρικοί.

Άλλο έγκλημα του Παπισμού, και μάλιστα των τελευταίων δεκαετιών, ύπαρξε ή ενεργός συμμετοχή του στη γενοκτονία των Σέρβων. Πρόκειται για το Βαλκανικό Ολοκαύτωμα, το όποιο οι δυτικοί ιστοριογράφοι ακόμη μέχρι σήμερα σκόπιμα αποσιωπούν.

Το 1941 οι ναζιστικές και φασιστικές δυνά­μεις της εποχής, υποστηριζόμενες από τον πάπα Πιο ΙΒ’, αποκόπτουν εδάφη της Γιουγκοσ­λαβίας και δημιουργούν το Ανεξάρτητο Κρά­τος της Κροατίας, στο όποιο εγκαθιστούν το φιλοναζιστικό καθεστώς του Αντε Πάβελιτς. Ό παπικός αρχιεπίσκοπος Ζάγκρεπ Άλόιζιγιε Στέπινατς και ο Πάβελιτς οργανώνουν την εξολό­θρευση των ορθοδόξων Σέρβων και των ολιγάριθμων Εβραίων και Τσιγγάνων τις χώρας, προκειμένου ή Κροατία να καταστεί ένα αμιγές παπικό κράτος. Έτσι, φανατισμένες ομάδες ,εθνικιστών Κροατών (Ουστάτσι), με την ενεργή συμμετοχή του παπικού κλήρου, επιδίδονται σε μαζικές σφαγές και εκτελέσεις, εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εξορίες καταστροφές Ιερών Ναών, βίαιους εκλατινισμούς και άλλες πολλές θηριωδίες: Μέσα σε τέσσερα χρόνια (1941-1945), από τους 2.300.ΟΟΟ ορθό­δοξους Σέρβους θανατώθηκαν περισσότεροι από 1.500.000, ενώ 250.000 προσηλυτίστηκαν με τη βία στον Παπισμό. Οι εναπομείναντες Σέρβοι συνέχισαν να ζουν σε καθεστώς βίας και τρόμου.

Το 1998, ό πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ επικύ­ρωσε πανηγυρικά τα εγκλήματα αυτά, ανα­κηρύσσοντας τον υποκινητή τους, καρδινάλιο Ά. Στέπινατς, «άγιο» της Δυτικής «Εκκλησίας»! Την ίδια μάλιστα εποχή το Βατικανό πρωτοστα­τούσε παρασκηνιακά στην αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων, στον διαμελισμό της Γιουγκοσ­λαβίας, στα εγκλήματα της «πολιτισμένης» Δύσεως σε βάρος των ορθοδόξων Σέρβων. Θυμίζουμε μόνο το μήνυμα πού απηύθυνε ό πάπας, το 1992, σε συγκέντρωση ξένων διπλω­ματών στο Βατικανό: «Αφοπλίστε τους Σέρ­βους ή εξοπλίστε τους Μουσουλμάνους».

Ή Ρώμη δεν φαίνεται να έχει αλλάξει μέχρι σήμερα ούτε μεθόδους ούτε συμπεριφορά, παρ` όλες τις ειρηνόφιλες διεθνείς κινητο­ποιήσεις της «Αγίας Έδρας» και τα υποκριτικά «συγγνώμη» του Ρωμαίου ποντίφικα.



Ό κατάλογος των παλαιών και σύγχρονων εγκλημάτων του Παπισμού είναι μακρύς. Είναι σκληρό να το πει κανείς, μα, αν αφαιρεθεί το θρησκευτικό προσωπείο του Βατικανού, απο­καλύπτεται μια αδίστακτη οργάνωση. Ό αδυσώπητος λόγος του μεγάλου Φ. Ντοστογιέφσκι αποδεικνύεται ως τις μέρες μας πέρα για πέρα αληθινός- «Ό ρωμαϊκός καθολικισμός δεν είναι πα Χριστιανισμός… Ό καθολικισμός είναι μια πίστη μη χριστιανική… Ή Ρώμη ανακήρυξε έναν Χριστό πού υπέκυψε στον τρίτο πειρασμό του σατανά… διακήρυξε σ’ όλον τον κόσμο πώς ό Χριστός δεν μπορεί να βασιλέψει χωρίς την επίγεια βασιλεία… Ό πάπας άρπαξε γη, κάθισε σε γήινο θρόνο και πήρε το ξίφος στα χέρια του. Από τότε δεν έχει αλλάξει τίποτα, μονάχα πού στο ξίφος πρόσθεσαν και το ψευδός, τη ρα­διουργία, την απάτη, τον φανατισμό, την πρό­ληψη, το έγκλημα· παίξανε με τα πιο άγια, τα πιο δίκαια, τα πιο αγνά, τα πιο φλογερά αισθήματα του λαού- όλα, όλα τα προδώσανε, για_ να κερδίσουν την ανάξια γήινη εξουσία. Δεν είναι, λοιπόν, όλα αυτά διδασκαλία του Αντίχριστου; Πώς να μη ξεφύτρωνε από κει ό αθεϊσμός;».

ΠΑΠΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

Όπως έχει αναφερθεί, η διαφοροποίηση της λατινικής Χριστιανοσύνης από την Ορθοδοξία συνδέθηκε εξαρχής με έντονο ανθελληνικό πνεύμα . Ήδη από τον 9ο αι. κυκλοφορούνται στη Δύση διάφορα ανθελ­ληνικά συγγράμματα με τον κοινό τίτλο “Κατά των πλανών των Γραικών». Μετά το οριστικό Σχίσμα, ό ανθελληνισμός ριζώνει στα σπλάχνα της Παπικής «Εκκλησίας» και διατηρείται αμεί­ωτος, όσο ο Ελληνισμός μένει ενωμένος με την Ορθοδοξία. «Η Ρώμη ποτέ δεν υπήρξε φί­λη των Ελλήνων. Μα κι αν κάποτε υπήρξε, ή φιλία δεν κράτησε για πολύ», σημειώνει τον 16ο αι. ό λόγιος επίσκοπος Κυθήρων Μάξιμος Μαργούνιος. Άλλα και σήμερα ισχύει ή ίδια δια­πίστωση: “Το Βατικανό παραμένει ή μεγαλύτε­ρη ανθελληνική δύναμη και προπαγάνδα στον κόσμο» (καθηγ. π Γεώργιος Μεταλληνός). Μια σύντομη ματιά στην ιστορία του Ελληνι­σμού αποδεικνύει την πικρή αυτή αλήθεια:

• Στις 13 Απριλίου 1204, με την ευλογία του πάπα Ιννοκέντιου Γ, οι σταυροφόροι, όπως έ­χουμε αναφέρει, κατέλαβαν την Κωνσταντι­νούπολη. Ή Βασιλεύουσα έζησε ανατριχιαστι­κές στιγμές θηριωδίας και φρίκης: Σφαγές, βια­σμούς, πυρπολήσεις, λεηλασίες, βεβηλώσεις ιερών ναών κ.ά. Από τότε ή Πόλη δεν ξαναβρήκε την παλιά της δύναμη και μοιραία οδη­γήθηκε στην άλωση της από τους Τούρκους. Οι ίδιοι οι δυτικοί ιστορικοί ομολογούν ότι «ή συμ­περιφορά των Χριστιανών κατακτητών το 1204 ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη των Τούρκων το 1453. Οι δυτικοί κατακτητές μισούσαν πε­ρισσότερο τους εν πίστει αδελφούς τους απ` όσο οι Μουσουλμάνοι δύο αιώνες αργότερα» (ERNLE BRADFORD). Ακόμα και «οι Λατίνοι μοναχοί και ηγούμενοι έλαβαν μέρος στη λεηλασία”. Ό πάπας εξέφρασε την ευχαρίστηση του για το ότι «ή Κωνσταντινούπολη επανήλθε στη μητέρα της, την Αγία Καθολική Εκκλησία». Σε ιστο­ρικά μαρτυρημένες επιστολές του χαρακτήρισε το γεγονός ως «μεγαλόπρεπο θαύμα» και υποστήριξε ότι «οι Λατίνοι υπήρξαν το όργανο της Θειας Προνοίας, πού τιμώρησε τους Έλλη­νες για την άρνηση τους να δεχθούν την ηγεσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας».

• Ή Φραγκοκρατία στην Κωνσταντινούπολη κράτησε 57 χρόνια, ενώ σε άλλες περιοχές πολύ περισσότερο (στην Κύπρο μέχρι τον 16ο αι. στην Κρήτη μέχρι τον 17ο αι. και στα Επτάνησα μέχρι τον 18ο αι.). Οι Ρωμιοί με τα δεινά πού υπέστησαν όλα αυτά τα χρόνια (εγκατάσταση λατινικής Ιεραρχίας και διώξεις ορθοδόξων κληρικών, αρπαγή εκκλησιαστικής περιουσίας, βίαιοι εκλατινισμοί κ.ά.τι), συνειδητοποίησαν ότιτο Γένος κινδύνευε περισσότερο από τους Πα­πικούς παρά από τους Οθωμανούς. Αυτή ή αλήθεια περικλείεται στη γνωστή ρήση των ανθενωτικών του 15ου αι., «Είναι καλύτερα να δει κανείς καταμεσίς στην Πόλη σαρίκι Τούρκουκατακτητή παρά φράγκικο πηλήκιο», καθώς επίσης και στις διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τον 18ο αι.: «Ό ένας αντίχριστος είναι ό πάπας· και ό έτερος είναι αυτός όπου είναι εις το κεφάλι μας… Τον πάπαν να καταράσθε, διότι αυτός θα είναι ή αιτία».

• Αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες κατά δεικνύουν σήμερα ότι οι παπικοί κάτοικοι των ελλαδικών περιοχών, κατευθυνόμενοι πάντοτε από τη Ρώμη, ακολούθησαν μια απόλυτα αρνη­τική – ανθελληνική στάση κατά την επανάσταση του 1821: «Προτιμούσαν τον τουρκισμό αντί του ελληνισμού», σημειώνει ό ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Αναφέρουμε ενδεικτικά επιστολή του Λατίνου επισκόπου Τήνου, της 8ης Μάιου ) 1822, οπού γράφονται και τα έξης αποκαλυπτικά: «Μόλις άρχισε ή επανάσταση αυτού του ελληνικού έθνους, επεδίωξα με κάθε επιμέλεια να τηρήσω μια τέλεια ουδετερότητα τόσο εγώ όσο και πάντες οι καθολικοί, και μέχρι του παρόντος κανένας καθολικός δεν έχει πιάσει όπλα εναντίον του κυρίαρχου (δηλ. του Σουλτάνου). Επειδή από αύτη την αιτία απειλήθηκα μαζί με όλο τον κλήρο, και υπήρξε μεγάλος κίνδυνος να αρπαχτούν οι εκκλησίες μας, αμέσως ζήτησα τη βοήθεια και την προστασία της Γαλλίας».

• Όταν, το 1919, οι Βρετανοί συζητούσαν την απόδοση της Κων/πόλεως στην Ελλάδα, το Βατικανό δήλωνε ότι προτιμούσε «να βλέπει την ημισέληνο πάνω στην Άγια – Σοφία παρά τον Ελληνικό Σταυρό!» Και κατά τη Μικρασιατική, Καταστροφή του 1922 ό πάπας έστελνε πρώτος συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Κεμάλ Άτατούρκ. Το «μακεδονικό Ζήτημα» είναι κατασκεύασμα της παπικής προπαγάνδας από το 1601. Και όταν το 1986 κυοφορείται το ανεξάρτητο κράτος των Σκοπίων το Βατικανό μεθοδεύει απροκάλυπτα την ανθελληνική του πολιτική. Οργανώνει έκθεση ορθόδοξων ελληνικών εικόνων τις οποίες προβάλει σαν ‘ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΉ ΤΈΧΝΗ». Τυπώνει τις παπικές εγκυκλίους και στην ψευδεπίγραφη «μακεδονική γλώσσα», ενώ στην ίδια διάλεκτο απαγγέλει τις ευχές από τον Άγιο Πέτρο και ο πάπας. Τέλος είναι γνωστές οι διασυνδέσεις του Βατικανού με την σχηματιστική εκκλησία των Σκοπίων την οποίας την ένταξη στην Ουνία επιδιώκει.

ΕΝΩΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ

Παρόλο πού ή κατηφορική πορεία της αλλοτριωμένης δυτικής Χριστιανοσύνης δεν άφησε κανένα περιθώριο συνεννοήσεως με την Ορθόδοξη Ανατολή, ή νοσταλγία της πρωτοχριστιανικής ενότητας δεν έλειψε ποτέ από ψυχές των πιστών. Από τον 11ο μέχρι και 15ο αι. πραγματοποιήθηκαν συνολικά δέκα τρεις ενωτικές προσπάθειες, χωρίς όμως και απ αυτές να οδηγήσει στην ενότητα της πίστεως. Οι βασικότεροι λόγοι αποτυχίας τους ήταν οι έξης:

Ή εμμονή των Λατίνων στο παπικό πρωτείο εξουσίας. Αυτοί, πιστεύοντας ότι ο Ρωμαιοποντίφηκας αποτελεί την πηγή της ενότητας και το μόνο αλάθητο κριτήριο της πίστεως, έβλεπε πάντοτε την ενότητα ως υποταγή στον πάπα.Αντίθετα, ή Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρούσε μοναδική βάση της ενότητας την κοινή πίστη στον Χριστό πού είχαν πριν από το Σχίσμα όλοι οι Χριστιανοί σε Ανατολή και Δύση. Γι’ αυτό και καλούσε τους Παπικούς να επιστρέψουν στηνενιαία χριστιανική παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας των οκτώ πρώτων αιώνων.

2. Ή συνεχής χρήση από τους Παπικούς βίαιων και δόλιων μεθόδων για την καθυπόταξη των Ορθόδοξων (Σταυροφορίες, Ουνία, βίαιοι εκλατινισμοί κ.ά.).

Ή προβολή της ενότητας, και από τις δύο πλευρές, ως μέσου για την επίτευξη κοινωνικώνπολιτικών και άλλων εγκόσμιων σκοπών.

Σε μια από αυτές τις ενωτικές προσπάθειες, το 1274 (Σύνοδος Λυών), ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος αποδέχθηκε τις καινοτομίες της Ρώμης και υπέγραψε την ένωση των Εκκλησιών, προκειμένου να εξασφάλιση την πολιτική υποστήριξη του πάπα. Στην Κωνσταντινούπολη, όμως, ο λαός αντέδρασε με σφοδρότητα. και οι Αγιορείτες μοναχοί ασκούσαν αυστηρό έλεγχο στον αυτοκράτορα και διέκοψαν κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με το λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Βέκκο. Σύντομα έφτασαν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα, για να επιβάλουν την ψευδένωση με τη βία. Άλλους από το μοναχούς απαγχόνισαν, άλλους έσφαξα άλλους έπνιξαν στη θάλασσα, άλλους έκαψαν ζωντανούς. Με τη θυσία των οσιομαρτύρων Αγιορειτών Πατέρων και με την καθολική αντίδραση του λαού ή ψευδένωση στη Λυών σύντομα ακυρώθηκε στην πράξη.

Άλλη σημαντική ενωτική απόπειρα πραγματοποιήθηκε στη Σύνοδο Φεράρας – Φλωρεντίας (1438 – 1439). Με τη Σύνοδο αυτή, οι Ορθόδοξοι αποσκοπούσαν στη βοήθεια της Δύσεως για την αναχαίτιση των τουρκικών ορδών, ενώ ο πάπας Ευγένιος Δ’ απέβλεπε στην εδραίωση τις θέσεως του έναντι της μεταρρυθμιστικής αντιπαπικής Συνόδου της Βασιλείας (1431 – 1449) Ύστερα από αλλεπάλληλες πιέσεις και εκβιασμούς, οι Ορθόδοξοι υπέγραψαν τον Ενωτικό Όρο, ο οποίος μέσα από ασαφείς φραστικές διατυπώσεις αναγνώριζε το παπικό πρωτείο και νομιμοποιούσε τους λατινικούς νεωτερισμούς επέτρεπε όμως στην κάθε πλευρά να ακολουθεί ελεύθερα τα δικά της δόγματα και έθιμα. Τι συμβιβασμό αρνήθηκε ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, επίσκοπος Εφέσου, ο οποίος με το αυστηρά ορθόδοξο ήθος του και την υψηλή θεολογική επιχειρηματολογία του είχε επιβληθεί στη συνοδική συνείδηση. Για αυτό και ο πάπας όταν πληροφορήθηκε την άρνηση του να υπ γράψει, ομολόγησε: «Λοιπόν, δεν κάναμε τίποτα!”. Στην Ανατολή ή ένωση αυτή δεν επικράτησε, γιατί ο λαός αντέδρασε και οι μεταγενέστε­ρες Σύνοδοι την αποδοκίμασαν. Ωστόσο, στους αιώνες πού ακολούθησαν, οι ενωτικές απο­φάσεις της ψευδοσυνόδου προβλήθηκαν συ­στηματικά από τη λατινική προπαγάνδα για την προώθηση της Ουνίας.

ΟΥΝΙΑ

Ή Ούνία είναι ένα πανούργο θρησκευτικοπολιτικό σχήμα, πού επινοήθηκε από τον Παπισμό για την υποταγή των Χριστιανών της Ανατολής στην παπική κυριαρχία. Σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα, με απόσπαση πιστών από τους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δημιουργούνται νέες «εκκλησιαστικές» κοινότητες, οι όποιες διατηρούν μεν εξωτερικά τον ορθόδοξο εκκλη­σιαστικό τους ρυθμό (αμφίεση κληρικών, λει­τουργικό τυπικό, αρχιτεκτονική ναών, εικονο­γραφία κ.ά), αναγνωρίζουν όμως τον πάπα και μνημονεύουν το όνομα του στις εκκλησια­στικές ακολουθίες. Έτσι προκύπτουν οι Ουνίτες, οι όποιοι στην πραγματικότητα είναι Παπικοί —αφού εμμέσως αποδέχονται όλα τα παπικά δόγματα—, φορούν όμως προσωπείο Ορθοδόξου, για να εξαπατούν τους απλοϊκούς πιστούς και να τους πείθουν ότι είναι δυνατή ή ένωση δίχως εγκατάλειψη της Ορθοδοξίας.

Ή Ούνία ως ιδέα γεννήθηκε τον 13ο αι., αλλά επίσημα άρχισε να δραστηριοποιείται τρεις αιώνες αργότερα. Για τη συστηματικότερη ενεργοποίηση της, το 1622 εντάχθηκε στη διαβόητη Προπαγάνδα της Πίστεως (PROPAGANDA FIDEL), «τον πρώτο στην ανθρώπινη Ιστορία μηχανισμό ιδεολογικής προπαγάνδας και μεθο­δικής “πλύσεως εγκεφάλου” των μαζών».

Ή εποπτεία και προώθηση της Ουνίας ανατέθηκε στους ιησουΐτες μοναχούς. Αυτοί, πι­στοί στο δόγμα τους «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», εργάζονταν με ανένδοτο πείσμα, ανα­πτύσσοντας μια παροιμιώδη για τη δολιότητά της δράση: Εκμεταλλεύονταν την ανέχεια εμπερίστατων ορθοδόξων πληθυσμών και ασκούσαν φιλανθρωπικό έργο, δημιουργούσαν αντιθέσεις και φανατισμούς, προσεταιρίζονταν δυσαρε­στημένους ή φιλόδοξους κληρικούς, εξαγόραζαν συνειδήσεις κ.ά. Αναφέρουμε δύο μόνο πα­ραδείγματα των ουνιτικών μεθοδεύσεων:

α) Το 1577 ιδρύεται στη Ρώμη το Ελληνικό Κολέγιο του Αγίου Αθανασίου για την προ­σφορά ανώτερες παιδείας στα υπόδουλα Ελ­ληνόπουλα. Οι απόφοιτοι του Κολεγίου δηλώ­νουν υποταγή στον πάπα και, στη συνέχεια, εργάζονται στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα για τον εξουνιτισμό των συμπατριωτών τους.

β) Το 1596 (Σύνοδος του Μπρέστ), με την ισχυρή επιρροή ιησουϊτών μοναχών, ο βασιλιάς της Πολωνίας επιβάλλει με τη βία την Ούνία στους ορθόδοξους Πολωνούς, Λιθουανούς και Ουκρανούς. Εκατομμύρια Ορθόδοξων έγιναν τότε Ουνίτες, ενώ όσοι αρνήθηκαν υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις. Ή ουνιτική Σύνοδος του Μπρέστ έγινε απαρχή απερίγραπτων δεινών για τους Ορθόδοξους, πού συνεχίζονται μέχρι σήμερα σε αρκετές περιοχές (Ουκρανία, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Μέση Ανατολή κ. ά.).

Ή Ούνία προβλήθηκε από τον Παπισμό ως μοντέλο ενώσεως των Χριστιανών οι ορθόδο­ξοι λαοί, όμως, πού γνώρισαν το αληθινό της πρόσωπο, την απέκρουσαν με βδελυγμία, ενώ σύσσωμη ή Ορθόδοξη Εκκλησία την απέρριψε για τους έξης δύο λόγους:

Το Βατικανό επιμένει πεισματικά να ενισχύει και σήμερα την Ούνία. Κι αυτό γιατί ή Ούνία αποδεικνύεται ο ευκολότερος και αποτελεσμα­τικότερος τρόπος προσηλυτισμού των Ορθόδοξων. Επίσης, παρέχει στον Παπισμό μια ψευ­δαίσθηση καθολικότητας, αφού περιλαμβάνει στους κόλπους του Χριστιανούς, σε Δύση και Ανατολή, πού χρησιμοποιούν είτε τον ορθόδο­ξο είτε τον λατινικό ρυθμό. Επιπλέον, διευ­κολύνει τη διεθνή πολιτική του Βατικανού και προωθεί τους πολιτικοοικονομικούς του στό­χους. Τέλος, οι Ουνίτες, επειδή κυριαρχούνται νομοτελειακά από το σύνδρομο του γενιτσαρισμού, μισούν θανάσιμα τους πρώην ομοπίστους τους και αναδεικνύονται οι φανατικότεροι υποστηρικτές του παπικού θεσμού. και αυτό, ιδι­αίτερα σήμερα, το έχει ανάγκη ο πάπας.

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ – ΠΑΠΙΣΜΟΥ

‘Ο 20ός αιώνας υπήρξε ο αιώνας της Οικουμε­νικής Κινήσεως, της οργανωμένης δηλαδή προσπάθειας για την επανένωση όλων των Χρι­στιανών της οικουμένης. Ό ενωτικός ενθου­σιασμός πού καλλιέργησε ή Κίνηση αυτή και το πανανθρώπινο αίτημα για καταλλαγή, ύστερα μάλιστα από τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, οδήγησαν στην έναρξη μιας νέας προσπάθειας για την επαναπροσέγγιση Ανατολής και Δύσεως.

Ό σύγχρονος Διάλογος εξελίχθηκε σε δύο φάσεις. Ή πρώτη φάση — Διάλογος Αγάπης (1965 και εξής)— συνίσταται κυρίως στην καλ­λιέργεια καλών σχέσεων, με σκοπό την εδραί­ωση κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Ή δεύ­τερη φάση — Θεολογικός Διάλογος ή Διάλογος Αληθείας (1980 και εξής)— συνίσταται στον διάλογο πού διεξάγεται, παράλληλα με τον Διάλογο της Αγάπης, από τη Διεθνή Μικτή Θε­ολογική Επιτροπή, την οποία απαρτίζουν θε­ολόγοι, εκπρόσωποι των Ορθόδοξων και των Λατίνων. Ή Μικτή Επιτροπή εκπονεί θεολογικά κείμενα κοινής καταρχήν αποδοχής, τα όποια στη συνέχεια δέχονται κριτική ή περαιτέρω επεξεργασία από τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες και το Βατικανό. .

Ή σύγχρονη αυτή ενωτική προσπάθεια μέχρι σήμερα δεν έχει αποφέρει κανέναν ουσιαστικό καρπό. Γιατί ο Διάλογος της Αγάπης κατόρθω­σε να βελτιώσει μόνο επιφανειακά το ψυχολογικό κλίμα μεταξύ των δύο μερών, ενώ ο Θεολογικός Διάλογος δεν έλυσε καμία απολύτως διαφορά.

Εξετάζοντας διεξοδικά τον σύγχρονο Διάλο­γο, παρατηρούμε ότι συνυπάρχουν σ’ αυτόν οι αναφερθέντες τρεις βασικοί παράγοντες απο­τυχίας όλων των παλαιότερων ενωτικών προ­σπαθειών. Συγκεκριμένα:

Το παπικό πρωτείο εξουσίας. Το Βατικανό, όπως προκύπτει και από τις αποφάσεις της Β’ Βατικανής Συνόδου, παραμένει και σήμερα στε­ρεά προσκολλημένο στα δόγματα του παπικού πρωτείου και αλάθητου, θεωρώντας την αποδοχή τους ως τον αναγκαίο όρο για τη χριστια­νική ενότητα. Το 1965. αμέσως μετά την έναρξη του Διαλόγου της Αγάπης, ο πάπας Παύλος ΣΤ, μέσα από μία εγκύκλιο του, έστελνε προς όλες τις κατευθύνσεις το σαφές μήνυμα του: Απατώνται όσοι πιστεύουν ότι εμείς θα παραι­τηθούμε από τα προνόμια μας. τα οποία μας δόθηκαν από τον Θεό διαμέσου του αποστόλου Πέτρου”. ‘Αλλά και όλοι οι άλλοι πάπες των τε­λευταίων χρόνων δεν δίστασαν να διακηρύξουν απερίφραστα το πρωτείο τους ακόμα και μέσα στον πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό, κάθε φορά πού επισκέπτονταν το Οικουμενικό Πατριαρ­χείο. Υψηλόβαθμο στέλεχος του Βατικανού εξήγησε αυτή την υπεροπτική εμμονή της Ρώμης με τον έξης εντυπωσιακό λόγο: «Ή εγκατάλειψη του παπικού πρωτείου ισοδυναμεί με άρνηση του Ευαγγελίου

Ή Ούνία. Το Βατικανό, δέσμιο της μεσαι­ωνικής νοοτροπίας του, εξακολουθεί, όπως έχει αναφερθεί, να στηρίζει προκλητικά την Ούνία, εκδηλώνοντας με τη στάση του αυτή την αμε­τάβλητη πρόθεση του να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία με τον δόλο και την απάτη. Έτσι, μετά την πτώση του κομμουνισμού (1989 και εξής), εισέβαλε βίαια στις παραδοσιακά ορθό­δοξες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και, θε­ωρώντας τες ως τόπους ιεραποστολής, επιδό­θηκε στην οργάνωση ουνιτικών κοινοτήτων. Χειροτονήθηκαν, λοιπόν, ουνίτες επίσκοποι σε περιοχές όπου οι Ουνίτες ήταν ελάχιστοι ή εντελώς ανύπαρκτοι και ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις στους εμπερίστατους Ορθόδοξους για την προσχώρηση τους στην Ούνία (βίαιες κα­ταλήψεις ορθοδόξων ναών, αρπαγή εκκλησια­στικών περιουσιών, διώξεις κληρικών, βιαιο­πραγίες, συμπλοκές με τραυματισμούς και ανθρώπινα θύματα κ.ά.). και παρ` όλους τους κλυδωνισμούς, τους οποίους έχει προκαλέσει στον Διάλογο ή αναβίωση της Ούνίας, ο σημε­ρινός πάπας εξακολουθεί να διακηρύσσει ότι «ο καλύτερος τρόπος για την ενότητα στην Εκ­κλησία είναι αυτός της Ούνίας»

Ή εκκοσμίκευση. Πολιτικοί σχεδιασμοί και εγκόσμιες σκοπιμότητες υπεισέρχονται στις διεργασίες του σύγχρονου Διαλόγου και απο­δυναμώνουν την κρυστάλλινη φωνή της ορθό­δοξης θεολογίας. Στην υπό διαμόρφωση Νέα Τάξη Πραγμάτων, οι ισχυροί της γης στηρίζουν και συχνά επιβάλλουν όλους τους διαχριστιανικούς και διαθρησκειακούς διάλογους. Στόχος τους είναι ή παγκοσμιοποίηση και στο θρησκευ­τικό επίπεδο με την επικράτηση της Πανθρησκείας.



Παράλληλα, τόσο ή Ρώμη όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο φαίνεται να προ­σεγγίζουν τον Διάλογο με εκκοσμικευμένα κρι­τήρια. Το Βατικανό για να τονώσει το κλονισμέ­νο του κύρος στη Δύση και να ενισχύσει τον διεθνή του ρολό. και ή πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως για να θωρακίσει, καθώς πιστεύει, το Πατριαρχείο, το οποίο πλήτ­τεται από την εξοντωτική τουρκική πολιτική.

Έκτος από τους τρεις αυτούς παράγοντες, πού προδιαγράφουν την ατυχή κατάληξη του Διαλόγου, δύο νέες παράμετροι κυριαρχούν στις διμερείς επαφές και καθιστούν ορατό τον κίνδυνο να υπογραφεί μια ακόμη ψευδένωση μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού. Πρόκειται α) για το βατικάνειο ενωτικό σχέδιο και β) για την αλλοίωση του ορθοδόξου φρονήματος.



Συγκεκριμένα:

α) Το βατικάνειο ενωτικό σχέδιο. Γνωρίζον­τας τα Βατικανό ότι οι ορθόδοξοι λαοί δεν πρόκειται να θυσιάσουν στον βωμό μιας ψευ­δεπίγραφης ενώσεως τις ιερές παραδόσεις τους, έθεσε σε εφαρμογή, αμέσως μετά τη Β’ Βατικανή Σύνοδο, ένα ενωτικό σχέδιο ουνιτικού τύπου. Σύμφωνα μ’ αυτό, οι Ορθόδοξοι θα ενταχθούν στην ηγεμονία της Ρώμης χωρίς να εγκαταλείψουν την Εκκλησία τους ή την αποστολοπαράδοτη πίστη τους, παρά μόνο αναγνωρίζοντας έναν νέο τύπο παπικού πρωτείου.

Τα νέο αυτό πρωτείο δεν θα διαφέρει ουσια­στικά από το κλασικό παπικό πρωτείο εξουσίας, θα διατυπωθεί όμως, μέσω του Διαλόγου, με τέτοιο τρόπο, πού θα γίνει αποδεκτό από τους Ορθόδοξους (πχ. ως πρωτείο διακονίας). Πρό­κειται για μια καλοσχεδιασμένη σύγχρονη μορφή Ούνίας. “Το πρωτείο θα το διατυπώσου­με με τέτοιο τρόπο, ώστε θα το δεχθείτε”, δήλωνε με νόημα στέλεχος του Βατικανού σε ορθόδοξους θεολόγους, πριν από πολλά χρόνια. και ο πρόεδρος του Ποντιφικικού Συμβουλίου για την ενότητα των Χριστιανών καρ­δινάλιος Κάσπερ σημείωνε το 2001: «Είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε την Ορθόδοξη Εκ­κλησία όπως είναι. Ή πλήρης κοινωνία με το δυ­τικό μέρος της Εκκλησίας δεν σημαίνει οποι­αδήποτε αλλαγή για τον απλό Ορθόδοξο, ούτε έχει την παραμικρή πρόθεση ο πάπας να ανα­μειχθεί στα εσωτερικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

Το Βατικανό, παράλληλα, για να διαθέσει ευμενώς τους Ορθόδοξους, δείχνει να εγκατα­λείπει τη σκληρή στάση του παρελθόντος και επιδίδεται σε μια επίθεση αγάπης και φιλίας: Καλλιεργεί συστηματικά τις καλές σχέσεις με ανταλλαγές επισήμων επισκέψεων, διορ­γανώσεις κοινών θεολογικών συνεδρίων, χο­ρηγήσεις υποτροφιών, αποδόσεις ιερών λειψά­νων, οικονομικές ενισχύσεις κ.ά.

Το 1965 προχωρεί, από κοινού με το Οικου­μενικό Πατριαρχείο, στην άρση των ανα­θεμάτων του 1054″·.

Αναγνωρίζει τους Ορθόδοξους ως “αδελ­φούς εν Κυρίω-, τους οποίους -η Καθολική Εκ­κλησία περιβάλλει μετά αδελφικού σεβασμού και στοργής». Στις διμερείς επαφές καθιερώνει για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες την ονομασία αδελφές εκκλησίες

Αναγνωρίζει τα Μυστήρια των Ορθόδοξων και παρακινεί τους πιστούς του σε συμπροσευχές και μυστηριακή κοινωνία με αυτούς.

Διακηρύσσει ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι πα­πικές κακοδοξίες παρουσιάζονται ως θεολογούμενα ζητήματα ή ως διαφορετικές αλλά νόμιμες εκφράσεις της ίδιας πίστεως, πούεμπλουτίζουν τη χριστιανική παράδοση. Γι’ αυτό και στα κοινά θεολογικά κείμενα του επίσημου Διαλόγου οι παπικοί εκπρόσωποι αρνούνται επίμονα να αναφερθεί το γεγονός των δογμα­τικών διαφορών

Με όλη αυτή τη στρατηγική του, το Βατικανό ελπίζει ότι θα κάμψει τις ορθόδοξες αντιστά­σεις και θα δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα, ώστε οι Ορθόδοξοι να κοινωνούν χωρίς ενδοι­ασμούς σε παπικούς ναούς και οι Παπικοί σε ορθόδοξους αντίστοιχα. Έτσι, σύμφωνα με το βατικάνειο σχέδιο, ή ένωση θα επέλθει εκ των Πραγμάτων με παράκαμψη των θεολογικών διαφορών.

Οι σύγχρονες εξελίξεις, όμως, αποκάλυψαν με τρόπο οδυνηρό ότι Οι διακηρύξεις αγάπης και τα μειδιάματα της Ρώμης δεν εκφράζουν τις αγαθές προθέσεις της, αλλά αποτελούν δι­πλωματικό ελιγμό για την εξαπάτηση των Ορθοδόξων. Ή φανατισμένη αναβίωση της Ούνίας στην Ανατολική Ευρώπη και ή απροκάλυ­πτη ανάμειξη του Βατικανού στην εξόντωση των ορθοδόξων Σέρβων αφαίρεσαν το ειρη­νόφιλο προσωπείο της «Άγιας Έδρας» και φανέρωσαν το πραγματικό της πρόσωπο: Την αθεράπευτη πονηρία της και την έμμονη τάση της για εκκλησιαστική κυριαρχία και κοινωνικο­πολιτικό επεκτατισμό. Ή καταλλαγή, ή αμοιβαία εμπιστοσύνη και ο αδελφικός σεβασμός —πο­λυδιαφημιζόμενοι καρποί του Διαλόγου της Αγάπης— αποδείχθηκαν, δυστυχώς, ένα μεγά­λο ψέμα. Ό Διάλογος όχι μόνο δεν άλλαξε το Βατικανό, αλλά λειτουργεί υπέρ των συμφε­ρόντων του.

β) Ή αλλοίωση του ορθοδόξου φρονήματος. Από τις αρχές του 20ου αί. στον χώρο της Ορ­θοδοξίας παρατηρείται μια σταδιακή απομά­κρυνση από τη δογματική ακρίβεια των αγίων Πατέρων και τη μακραίωνη παραδοσιακή στάση έναντι των αιρετικών. Κάποιοι ορθόδοξοι εκ­κλησιαστικοί ηγέτες και θεολόγοι, σπουδαγ­μένοι συνήθως σε ετερόδοξες Θεολογικές Σχολές και επηρεασμένοι από το συγκρητιστικό πνεύμα της Οικουμενικής Κινήσεως, πα­ρακάμπτουν τις παπικές κακοδοξίες και αντιμετωπίζουν τον Παπισμό ως κανονική Εκκλησία, ή οποία τάχα συναποτελεί με την Ορθόδοξη τη Μία Εκκλησία, πού ίδρυσε ο Χριστός. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη διάβρωση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, πού εμφανίστηκε με την έναρξη του σύγχρονου Διαλόγου και εξαπλώ­θηκε στη συνέχεια με ταχύ ρυθμό.

Αναφέρου­με ενδεικτικά:

Ό οικουμενικός πατριάρχης Άθηναγόρας (1972), ο όποιος έθεσε τις βάσεις του σύγχρο­νου Διαλόγου, υποστήριζε ότι “δεν θεωρείται αναγκαία ή έκτων προτέρων δογματική ένατης των επί μέρους Εκκλησιών. Είναι δυνατόν να ενωθούν αι Έκκλησίαι κρατούσαι ότι έχει έκα­στη ως πίστιν και δόγμα, και ούτως ηνωμένοι να αναθέσουν εις την θεολογία να επίλυση και ναεναρμόνιση εν καιρώ τις δογματικός αυτών διαφοράς·. Υποβαθμίζοντας, λοιπόν, ο πα­τριάρχης τα δόγματα και έχοντας μια συναι­σθηματική αντίληψη «αγάπης», προχώρησε σε αντικανονικές ενέργειες- Συμπροσευχόταν με τον πάπα, μνημόνευε το όνομα του στη Λει­τουργία, μετέδιδε τη θεία Κοινωνία σε Παπι­κούς.



Τελικά ή ενωτική του πολιτική, επειδή είχε προϋποθέσεις καθαρά ανθρωποκεντρικές και όχι θεολογικές ή σωτηριολογικές, δεν προώθη­σε την ενότητα, αλλά υπονόμευσε την αλήθειατης Εκκλησίας. Άλλωστε, ή πατερική μας παρά­δοση θεμελιώνει την ενότητα μόνο στην κοινή πίστη: «Όταν όλοι έχουμε την ίδια πίστη, τότε υπάρχει ενότητα” (άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστο­μος). και απαιτεί να θυσιάζεται ή ανθρώπινη φιλία, όταν εξαιτίας της υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε την ορθή πίστη: “Είναι προτιμότερη ή διαμάχη πού γίνεται για κάτι επαινετό (όπως είναι ή πίστη), παρά ή ειρήνη πού μας χωρίζει από τον θεό” (άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).Όσο για τη θεία Ευχαριστία, αυτή ποτέ δεν θε­ωρήθηκε μέσο για την επίτευξη ενότητας, αλλά πάντοτε ακολουθεί την ενότητα της πίστεως ως επιστέγασμα της

Οι συμπροσευχές των Ορθοδόξων με τους Παπικούς είναι σήμερα μια συνηθισμένη πρα­κτική στα πλαίσια των διμερών συναντήσεων. Οι ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας, όμως απαγο­ρεύουν αυστηρά, με ποινές καθαιρέσεως καιαφορισμού, τις συμπροσευχές με τους αιρετι­κούς. και τούτο, γιατί, καθώς εξηγεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Οι συμπροσευχές φα­νερώνουν ότι Οι Ορθόδοξοι αποδέχονται την αιρετική πίστη και είναι απρόθυμοι να ελευ­θερώσουν τους αιρετικούς από την κακοδοξία τους.

Δυστυχώς, Οι απλές συμπροσευχές των Διαλόγων μεταλλάχθηκαν με τον καιρό σε λει­τουργικές συμπροσευχές. Αναφέρουμε ειδικό­τερα την ετήσια αμοιβαία συμμετοχή Ορθοδόξων και Παπικών στις θρονικές εορτές Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως αντίστοιχα, γιατί αυτή, όπως επίσημα έχει ομολογηθεί, «δεν είναι της κατά κόσμον εθιμοτυπικής τάξεως είναι συνεορτασμός εκκλησιαστικός». Σ αυτούς τους συνεορτασμούς καθιερώνονται συγκεκριμένες λειτουργικές πράξεις, πού δί­νουν την ψευδή εντύπωση ενότητας και δημι­ουργούν σύγχυση και σκανδαλισμό στις απλές ψυχές.

Για παράδειγμα, το 2006 ο πάπας έγινε δεκτός στο Οικουμενικό Πατριαρχείο με εκ­κλησιαστικές τιμές, ως ορθόδοξος πρωθιεράρχης, και συμμετέσχε στη θεία Λειτουργία φορώντας ωμοφόριο, απαγγέλλοντας το”Πά­τερ ημών…», ανταλλάσσοντας ασπασμό με τον πατριάρχη στο «Άγαπήσωμεν αλλήλους…»·, ευ­λογώντας το ορθόδοξο εκκλησίασμα.



Αυτές Οι πράξεις, όμως, είναι πρωτοφανείς στην απο­στολική, πατερική και συνοδική μας παράδοση. Με τέτοιου είδους λειτουργικούς συγχρωτισμός το Βατικανό αναγνωρίζεται στην πράξη, από κορυφαίους εκπροσώπους της Ορθοδο­ξίας, ως κανονική Εκκλησία και ο αιρεσιάρχης πάπας ως κανονικός επίσκοπος Ρώμης, αποκα­λούμενος μάλιστα άπ’ αυτούς ως «ο πρώτος της ανά τον κόσμον Χριστιανοσύνης επίσκοπος·». Ή Ορθοδοξία, δηλαδή, φαίνεται να πα­ραιτείται από την αλήθεια της και να ταυτίζεται με την αίρεση!

• Ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί ηγέτες υποστηρίζουν ένθερμα τη θολή θεωρία των αδελφών Εκκλησιών. Σύμφωνα με αυτήν, ή Λα­τινική «Εκκλησία», παρ’ όλες τις αιρέσεις της, είναι πλήρης και αληθινή Εκκλησία, με κανονική Ιεροσύνη και έγκυρα Μυστήρια, γι’ αυτό και θε­ωρείται αδελφή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι τολμηρές αυτές απόψεις διατυπώθηκαν το 1993 στο κοινό Κείμενο πού υπέγραψαν Ορθόδοξοι και Παπικοί στη Ζ’ Συνέλευση της Μικτής Επι­τροπής του επίσημου Διαλόγου (Μπαλαμάντ Λιβάνου). Λίγο αργότερα, το 1995, ο οικουμενι­κός πατριάρχης και ο πάπας, σε Κοινό Ανακοι­νωθέν, παραπέμπουν στο Κείμενο του Μπαλα­μάντ και αναφέρουν- -Έξορκίζομεν τους πι­στούς μας, Καθολικούς και Ορθόδοξους, να ενισχύσουν το πνεύμα αδελφοσύνης, το όποιον προέρχεται εκ του μοναδικού Βαπτίσματος και της συμμετοχής εις την μυστηριακή ζωήν»



Σύμφωνα με την ορθόδοξη εκκλησιολογία, όμως, “όσο δεν αναγεννήθηκαν από τη θεία χάρη, πού ενεργεί μόνο στη Μία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δεν συγκροτούν καμιά Εκκλησία, ούτε ορατή ούτε αόρατη- {άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως). Οι “Εκκλησίες Ανα­τολής και Δύσεως ήταν αδελφές “Εκκλησίες πριν από το Σχίσμα, όταν είχαν την ίδια πίστη. Μετά το Σχίσμα, αυτή η αδελφότητα διασπάσ­θηκε. Παπικοί και Ορθόδοξοι εξακολουθούν, ασφαλώς, να είναι αδελφοί ως έμψυχα δημι­ουργήματα του ίδιου Θεού, όχι όμως και αδελ­φοί «εν τη πίστει». Μετά το Σχίσμα. αδελφές Εκκλησίες είναι μεταξύ τους μόνο Οι επιμέρους Ορθόδοξες Εκκλησίες. Για αυτό “ή αναγνώριση χωρισμένων εκκλησιαστικών ομο­λογιών ως “αδελφών Εκκλησιών” είναι παραπλανητική. Δεν προωθεί αλλά φαλκιδεύει την ενότητα των ποτών» (καθηγ.. Γεώργιος Μαντζαρίδης).

• Χαρακτηριστικό παράδειγμα ατολμίας, συμβιβαστικής νοοτροπίας και υποχωρη­τικότητας στις αξιώσεις του Βατικανού απο­τελεί η στάση ορθοδόξων προκαθημένων και θεολόγων στο πρόβλημα της Ούνίας.

Οι Ορθόδοξοι είχαν θέσει ως απαραίτητο όρο για την έναρξη του Διαλόγου την κατάργηση των Ουνιτικών «Εκκλησιών» και την ενσωμάτωση των μελών τους, υστέρα από ελεύθερη επιλογή, είτε στην Ορθόδοξη Εκκλησία είτε στη Λατινική. «Ουνία και Διά­λογος είναι ασυμβίβαστα ταυτοχρόνως», τονίστηκε με κατηγορηματικό τρόπο στην Γ Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου (1964). Ωστόσο, μολονότι ή Ουνία όχι μόνο δεν κα­ταργήθηκε αλλά και ενισχύθηκε ποικιλο­τρόπως, οι Ορθόδοξοι, με τα παράτολμα βήματα του πατριάρχη Άθηναγόρα, σύρθη­καν στον Διάλογο της Αγάπης. Και τον συν­έχιζαν αδιαμαρτύρητα, όταν το 1968 Οι Ου­νίτες της Τσεχοσλοβακίας εξαπέλυσαν εναντίον των Ορθοδόξων «ένα διωγμό, προ του οποίου ωχριά ο διωγμός του Δεκίου»…

Όταν, πάλι, το 1980 ξεκίνησε ο Θεολο­γικός Διάλογος, Οι Ορθόδοξοι ζήτησαν από τη Ρώμη να μη συμπεριλάβει Ουνίτες στην αντιπροσωπεία της. Το Βατικανό, όμως, στα 28 μελή της αντιπροσωπείας του συμπεριέλαβε και 8 Ουνίτες. και Οι Ορθόδοξοι το δέχθηκαν…

Το 1993, παρ’ όλες τις ουνιτικές βιαιότητες στην Ανατολική Ευρώπη, εκπρόσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών στον Διάλογο έβα­λαν την υπογραφή τους στο Κείμενο του Μπαλαμάντ. Σ’ αυτό το διάτρητο Κείμενο, εκτός των άλλων, αναγνωρίζεται και δικαιώνεται πανηγυρικά ή ύπαρξη και δραστηριοποίηση των Ουνιτικών «Εκκλησιών» Το 2000 ο Διάλογος διακόπηκε εξαιτίας των Ουνιτών, και συμφωνήθηκε το πρόβλημα της Ούνίας να είναι το πρώτο και μοναδικό θέμα συζητήσεως σε πιθανή επανέναρξή του.

Το 2006 ο Διάλογος άρχισε και πάλι, πα­ρακάμπτοντας όμως το πρόβλημα της Ού­νίας και ακολουθώντας διαφορετική θεμα­τολογία. Αυτή ή απαράδεκτη —και αναξιο­πρεπής για τους Ορθόδοξους— υπαναχώ­ρηση πιστοποιεί ότι ή γραμμή πού ακολου­θεί ο Διάλογος χαράσσεται από το Βατικα­νό, σύμφωνα με τον παποκεντρικό οικουμε­νισμό του· οι Ορθόδοξοι απλώς ακολου­θούν…

Ή πολλαπλή κρίση, πού μαστίζει τον σημε­ρινό Διάλογο της Ορθοδοξίας με τον Πα­πισμό, είναι πλέον κοινή διαπίστωση. Ή συμ­μετοχή της Εκκλησίας μας σε αυτόν έχει νόημα, εφόσον οι Ορθόδοξοι εκθέτουν αυθεντικά την αλήθεια της πίστεως μας και εφόσον οι Παπικοί προτίθενται να επιστρέ­ψουν σ’ αυτήν την πίστη, πού μέχρι το Σχίσμα ήταν και δική τους. Δυστυχώς, όμως, ούτε αυθεντική και επαρκής ορθόδοξη μαρ­τυρία δίνεται πάντοτε ούτε ή Ρώμη είναι διατεθειμένη να απορρίψει τις πλάνες της . Το Βατικανό με τον Διάλογο δεν αποβλέπει στην ενότητα της αληθινής πίστεως αλλά στην αναγνώριση του «υπό τους Ορθοδόξους ως πραγματικής Εκ­κλησίας. και αυτό επιτυγχάνεται χάρη στην … παπική διπλωματία και την περίεργη ενδο­τικότητα των Ορθόδοξων, Δίχως καθαρά θεολογικά κριτήρια και δίχως ειλικρίνεια, ο Διάλογος είναι παραπλανητικός και απο­βαίνει επιζήμιος για το ορθόδοξο πλήρωμα, ενώ απεναντίας αποτελεί το καλύτερο στήριγμα του χρεοκοπημένου Βατικανού.

Ενδεικτικό, τέλος, της κρίσεως πού αντι­μετωπίζει ο Διάλογος, είναι και το γεγονός της παραιτήσεως του επικεφαλής της ορθόδοξης αντιπροσωπείας και συμπροέδρου της Διεθνούς Επιτροπής του Διαλό­γου, σεβασμιότατου αρχιεπισκόπου Αυ­στραλίας κ. Στυλιανού. «Μετά την 20ετή επί­πονη προεδρία μου εις τον Επίσημο Θεολο­γικό Διάλογο Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθο­λικών, παραιτήθηκα οικειοθελώς, δια να μην έχω πλέον ουδεμία σχέση με ένα τέτοιο “ανούσιο παίγνιο”» δήλωνε χαρακτηρι­στικά το 2007. και, ως καλός γνωστής των όσων συμβαίνουν στα ενδότερα του Βατικα­νού, συμπλήρωνε: «Μετά την όλως απροσδόκητη, επί Βενεδίκτου 16ου, κλιμά­κωση των προκλήσεων του Βατικανού έναν­τι των λοιπών Χριστιανών (ιδιαιτέρως δε των Ορθόδοξων!), καθίσταται ηλίου φαεινότερων ότι, δυστυχώς, εισερχόμεθα σε περίοδο πλήρους αβεβαιότητος, για να μη πούμε πε­ριέργου συσκοτισμού… Πρέπει λοιπόν να το πούμε απερίφραστα, ότι φαίνεται να έχει επι­κρατήσει πλήρως ή γραμμή των σκληροπυ­ρηνικών Καρδιναλίων της Ρωμαϊκής Κουρίας, ή οποία καθιστά πλέον τον Παπισμόν —όχι ως Πρωτείον ενός επισκόπου αλλά ως ιδεολογία αφόρητου ολοκληρωτι­σμού- το όντως ΑΝΥΠΕΡΒΛΗΤΟ ΕΜΠΟΔΙΟ πρωτίστως για επανένωση των διηρημένων Χριστιανών, εξ Ίσου δε και για απλώς ειρη­νική ενότητα μεταξύ των, πόσο μάλλον με τους μη Χριστιανούς ή και άθεους».

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

Ό Παπισμός, ως φορέας σωρείας αιρε­τικών δοξασιών, βρίσκεται έξω άπα τα όρια της Εκκλησίας και, ως εκφραστής ενός εγκοσμιοκρατικού πολιτεύματος, αποτελεί παγκόσμιο κέντρο εξουσίας.
Παρ’ όλη, βέ­βαια, την εξωτερική του λάμψη και δύναμη, κρύβει μέσα του μια τραγική αδυναμία, γιατί απλούστατα στηρίζεται στην πλάνη. Ό δρόμος της επιστροφής στη χαμένη του Ορθο­δοξία περνάει από τη μετάνοια, την οποία, όμως, σήμερα μόνο ως θαύμα μπορεί κανείς να περιμένει από τη σκληρυμένη ολιγαρχία του Βατικανού.

Ωστόσο, οι εξουθενωμένοι από τον πα­πικό ολοκληρωτισμό ετερόδοξοι αδελφοί μας αναζητούν, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, την αλήθεια πού ελευθερώνει, πού δίνει νόημα και ομορφιά στη ζωή· την αλήθεια, πού, ως Χριστοζωή και Θεοκοινωνία, διαφυλάσσεται αυθεντική μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τη μοναδική “Μία, Αγία, Καθο­λική και Αποστολική Εκκλησία” του Χριστού.

Ή αποστολοπαράδοτη πίστη δεν είναι αποκλειστικό κτήμα κανενός. Αποτελεί δω­ρεά του Θεού και ανήκει στην οικουμένη ολόκληρη. Για αυτό πρέπει να φυλάσσεται αναλλοίωτη, ώστε, ως χρέος αγάπης, να προσφέρεται ακέραιη και καθαρή σ’ αυτούς πού την αναζητούν.

Ή απαρασάλευτη, λοιπόν, εμμονή στην ορθόδοξη παράδοση δεν δηλώνει αυτάρε­σκη ομολογιακή εσωστρέφεια. Ούτε ή κατά­δειξη της παπικής πλάνης συνιστά μισαλλο­δοξία ή φανατισμό. Αντίθετα, ή σχετικοποίηση της πίστεως και ή συγκάλυψη των λατινικών κακοδοξιών, πού επιχειρούνται στους οικουμενιστικούς κύκλους, διακυ­βεύουν τη σωτηρία μας και αποτρέπουν τους αδελφούς μας της Δύσεως από την επαφή με τη σώζουσα αλήθεια.

Στους διπλωματικούς ελιγμούς του Βατι­κανού, στις θλιβερές φιλοπαπικές εκδηλώ­σεις ορθοδόξων ηγετών, στους ατελέσφο­ρους Θεολογικούς Διάλογους και στα σύγ­χρονα χαλκεία «ενώσεως των Εκκλησιών» δίχως ενότητα πίστεως, ο Ορθόδοξος Χρι­στιανός αντιτάσσεται με τη θεολογική εγρή­γορση του, την απροσμέτρητη δύναμη της προσευχής του και την ακλόνητη πιότη του στον Δομήτορα της Εκκλησίας, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Συγχρόνως, με τη συνεπή και αγία του ζωή, ομολογεί ταπεινά και θαρ­ρετά τη «φίλη Ορθοδοξία», διακηρύσσον­τας προς κάθε κατεύθυνση το «είναι» της πίστεως του: «Για μας αυτή είναι ή περιουσία μας· Ή πίστη πού μας κληροδότησαν οι πατέρες μας. Αυτή είναι ο πλούτος μας, αυτή ή δόξα μας, αυτή ή γενιά μας, αυτή το στεφάνι μας, αυτή το καύχημα μας! Ένα Βάπτισμα έχουμε, μια πίστη, μια Εκκλησία κι ένα Θεό πού δοξάζουμε τρισυπόστατο» (μο­ναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, 15ος αί).

 
ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ.